Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Πρόγραμμα Προβολών Ιανουαρίου 2012

***την πρώτη Πέμπτη 5 Γενάρη δεν θα γίνει προβολή***


Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Πέμπτη 29/12: Flammen & Citronen (Μέρες Θυμού)





Σκηνοθεσία: Ole Christian Madsen
Σενάριο: Lars Andersen, Ole Christian Madsen
Πρωταγωνιστές: Thure Lindhardt, Mads Mikkelsen, Stine Stengade
Χώρα Παραγωγής:Δανία
 Χρονολογία Παραγωγής:  2008





Ο Ole Christian ξέρει πως να πετύχει την απλότητα και την αμεσότητα. Σ' αυτήν την εκθαμβωτική ταινία ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί σκηνικά και φωτισμό με τέτοιο τρόπο, ώστε να βοηθηθεί ο θεατής να εστιάσει την προσοχή του στις καταπληκτικές ερμηνείες και στο σενάριο αυτού του καθηλωτικού φιλμ. Ο θεατής μπαίνει στους δρόμους, στις παρόδους και στα σπίτια μιας Ευρώπης κατεστραμένης, στη διάρκεια μιας εποχής κατά την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήθελαν να αποδράσουν ή να πεθάνουν. 
               

                    Το σκηνικό τοποθετείται στη Δανία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Δανία βρίσκεται υπό την κατοχή των Ναζί. Ανάμεσα στους Ναζί και την δανέζικη αντίσταση υπάρχει κάτι σαν άτυπη συμφωνία΄ αν η τοπική αντίσταση δεν σκοτώνει άμεσα Ναζί, τότε αυτοί δεν θα παίρνουν εκδίκηση χτυπώντας πολίτες. Έτσι, οι αντιστασιακοί επικεντρώνονται στον Danes, ο οποίος κάνει ναζιστική προπαγάνδα ή σε άλλους που έχουν καταδώσει συμπολίτες τους.
               Η ταινία είναι εξαιρετικά ρεαλιστική ως προς την απόδοση των σκοτωμών. Όπως όλα τα μεγάλα φιλμ δράσης, δεν παρουσίαζει τη βία σαν κάτι λιγότερο φρικτό από αυτό που πραγματικά είναι. Όταν βλέπουμε ένα φόνο, αυτός απεικονίζεται με ανατριχιαστική ρεαλιστικότητα. Η γενική διαχείρηση των σκηνών όπου γίνεται ανταλλαγή πυρών φαίνεται επίσης πολύ ρεαλιστική, καθώς και η απόδοση της πολιτικής/ στρατιωτικής συμπεριφοράς των Ναζί. 
             Flammen και Citronen ήταν κωδικά ονόματα των Bent Faurschou- Hviid και Jorgen Haagen Schmith. Οι δυο τους ήταν ήρωες της δανέζικης αντίστασης και είχαν παρασημοφορηθεί μετά τον πόλεμο. Μέχρι εδώ η ιστορία είναι αληθινή. Είναι δύσκολο να πει κανείς πόσο από το υπόλοιπο της ταινίας είναι πραγματικό, αλλά πρόκειται για μια απίθανη ιστορία που θα μπορούσε να γίνει πιστευτή. 
                   Βασικό χαρακτηριστικό της συνολικής κινηματογράφησης είναι το επίπεδο φως και οι δρόμοι και οι τοίχοι από γκρι πέτρα. Στις εσωτερικές λήψεις κύριο χώρο καταλαμβάνει το αρχαίο σκούρο ξύλο και βαριές πόρτες και παράθυρα. Η σύνθεση του σκηνικού είναι τόσο ζοφερή όσο και οι αποστολές που έφερναν εις πέρας οι πρόγονοί τους. Οι αρχαίες σκάλες που τρίζουν, η ζοφερή διακήρυξη που έγινε ήδη στο κατώφλι, η σφαίρα κατευθείαν στο κεφάλι και η γρήγορη έξοδος προς το αυτοκίνητο της διαφυγής. Δεν πρόκειται για διακόσια πολυβόλα που τυλίγουν τον κόσμο στις φλόγες, πρόκειται για μία μόνο βολή, ένα χτύπημα και μετά γρήγορα η απομάκυνση. Ο δράστης ήταν φοβισμένος πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από το φόνο και δεν είναι ποτε σίγουρος αν αυτό που κάνει είναι το σωστό. Η ζωή του είναι γεμάτη φόβο αλλά δεν μπορεί να σκεφτεί τι άλλο να κάνει και σίγουρα δεν μπορεί να διανοηθεί ότι δεν θα κάνει τίποτα.
                

πηγή: http://www.monstersandcritics.com/

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Πέμπτη 22/12: Johnny got his gun




Σκηνοθεσία: Dalton Trumbo
Σενάριο: Dalton Trumbo
Πρωταγωνιστές: Timothy Bottoms, Kathy Fields, Marsha Hunt
Χρονολογία Παραγωγής:  1971




         Ο ήρωας της ταινίας, ο Joe, είναι ένας αμερικάνος στρατιώτης, ο οποίος την τελευταία μέρα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχασε από την έκρηξη μιας οβίδας τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπό του.
              Παρόλα αυτά επιβιώνει. Αποτέλώντας ένα ιατρικό παράδοξο, διατηρείται στη ζωή, κάτω από σεντόνια και γάζες, από γιατρούς που πιστεύουν ότι ο εγκέφαλός του έχει υποστεί τέτοια βλάβη ώστε τον θεωρούν φυτό. Ωστόσο κάνουν λάθος. Ο Joe και αισθάνεται και θυμάται. Τα συναισθήματα και οι αναμνήσεις του παρουσιάζονται έγχρωμα, ενώ η δράση του παρόντος παρουσιάζεται ασπρόμαυρη, κάτι που αποτελεί την ουσία του φιλμ.
                    Η δράση ξεδιπλώνεται στη βάση δύο ιδεών: η πρώτη είναι ότι ο πόλεμος είναι έγκλημα και η δεύτερη ότι είναι ένα έγκλημα των γέρων απένταντι στους νεότερους.
                   Το Johnny got his gun, εχει τόσο αγκαλιαστεί από μερίδα των θεατών όσο και θαφτεί από κοινό και κριτικούς. Κάποιες από τις αρνητικές κριτικές που τις αποδίδονται αφορούν στις βασικές της ιδέες, που θεωρούνται αδιάφορες και στην έντονη χρήση του συναισθηματισμού. Η συναισθηματική ένταση, παρόλα αυτά, έχει υπάρξει ο λόγος που κάποιοι την έχουν βιώσει σαν τανία με βαθιά επιρροή.



Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Πέμπτη 15/12: Night on Earth




Σκηνοθέτης: Jim Jarmusch
Σεναριογράφος: Jim Jarmusch
Πρωταγωνιστές: Winona Ryder, Gena Rowlands, Lissane Falk
Χρονολογία Παραγωγής: 12 Δεκεμβρίου 1991
Χώρα Παραγωγής: Γερμανία




           Η πρώτη εικόνα της ταινίας είναι σημαντική: αυτή του καθολικού σκότους, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται μια περιστρεφόμενη σφαίρα λαμπερού μπλέ με άσπρες κηλίδες.
           Όσο η κάμερα πλησιάζει, οι λευκές κηλίδες μετατρέπονται σε σχηματισμούς συννέφων. Εμφανίζονται στη συνέχεια γνωστοί ωκεανοί και θάλασσες, καθώς και εκτάσεις στεριάς, αδιαίρετες ακόμα, ανέγγιχτες από εθνικές φιλοδοξίες.
                     Παρόλο που η δράση της ταινίας συντίθεται από πέντε διαφορετικές ιστορίες, που με τη σειρά τους τοποθετούνται στην καθημερινότητα του Los Angeles, της Νέας Υόρκης, της Ρώμης, του Παρισιού και του Ελσίνκι, το "Nights on Earth" μοιάζει να διατηρεί μια "εξωγήινη" απόσταση, σαν ένα μέρος της να παραμένει παγιωμένο για πάντα στο διάστημα.
                     Αυτή είναι η συνεπής, κωμική μέθοδος των ταινιών του Jarmusch, από το "Stranger than Paradise", το "Down by the Law" και το "Mystery Train" μέχρι το "Night on Earth".
                     Αν και το "Night on Earth" είναι εξαιρετικά αστείο, δεν είναι λιγότερο σκοτεινό από τις προηγούμενες ταινίες του Jarmusch. Συχνά τα φωτεινά χρώματα και το γέλιο που προκαλείται αποτελούν μια σκιά που καλύπτει την κρυφή φύση της ταινίας.
                     Στο "Night on Earth" ο Jarmusch εξερευνά μια ουσιώδη αστική σχέση, αυτή του ατόμου και του ταξιτζή, σε καταστάσεις κατά τις οποίες η γυναίκα γίνεται μερικές φορές άντρας και μερικές ταξιτζής. Η ίδια η καμπίνα του ταξί είναι ο προσωρινά κοινόχρηστος κόσμος. Η καμπίνα αποτελεί επίσης ένα διακριτικό κουκούλι, μέσα από το οποίο ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα αναδυθεί και, αν δεν αλλάξει εντελώς, τουλάχιστον θα ταρακουνηθεί ή, σε μία περίπτωση, δεν θα βγει από το ταξί περισσότερο σίγουρος για το που βρίσκεται από όσο ήταν όταν μπήκε σ΄αυτό.
                     Όπως πάντα, και στο  "Night on Earth", είναι οι απρόβλεπτοι και εξατομικευμένοι χαρακτήρες, οι καθημερινές και, παρόλα αυτά, εντυπωσιακές καταστάσεις που διαφοροποιούν μια ταινία του Jarmusch- όπως επίσης και το soundtrack, σταθερά όμορφο, συγκρατημένο και αποτελεσματικό.



"Θεωρώ τον εαυτό μου έναν ελάσσονα ποιητή που γράφει αρκούντως μικρά ποιήματα. Προτιμώ να κάνω μια ταινία για έναν τύπο που βγάζει το σκύλο του βόλτα, παρά για τον αυτοκράτορα της Κίνας"
Jim Jarmusch


πηγές: http://movies.nytimes.com/
            http://www.kamera.co.uk/index.php

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

8/12 Ο ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΣ (Rumble Fish, 1983)


Σκηνοθεσία
Φράνσις Φόρντ Κόπολα
Ηθοποιοί
Ματ Ντίλον, Μίκι Ρουρκ, Βίνσεντ Σπάνο, Ντένις Χόπερ




Μετά την εμπορική αποτυχία της ταινίας "Μια μέρα, ένας έρωτας", ο Κόπολα έστρεψε την προσοχή του σε δύο παραγωγές χαμηλού κόστους, βασισμένες στα νεανικά βιβλία της Σούζι Χίντον: "The outsiders" (προβλήθηκε στην Ελλάδα ως "Αουτσάιντερς, επανάστες χωρίς αύριο) και "Ruble fish", ή, κατά την ελληνική απόδοση, "Ο αταίριαστος". Οι "Αουτσάιντερς" είχαν προγραμματιστεί να προβληθούν το φθινόπωρο του '82, όμως ο Κόπολα καθυστέρησε γιατί ξαναγύρισε μερικές σκηνές μέχρι το Μάρτιο του '83. 

Φαίνεται όμως ότι δεν ήταν και πολύ ικανοποιημένος, γιατί στη μέση των γυρισμάτων αποφάσισε να γυρίσει, ένα ακόμα έργο με το ίδιο θέμα και το ίδιο συνεργείο, που εμβάθυνε περισσότερο μερικές ιδέες των "Αουτσάιντερς" και είχε πιο προσωπικό ύφος από αυτούς. Έτσι αυθόρμητα γεννήθηκε "Ο αταίριαστος", μια κατά τον Κόπολα "πειραματική ταινία", που αποτελεί μια βαθύτερη και πιο προσωπική απόδοση της ίδιας προβληματικής που συνανατάμε στους "Αουτσάιντερς". 

Η ταινία με με την ιδιαίτερη χρήση των κινηματογραφικών τεχνικών (παράξενες γωνίες της κάμερας, εξπρεσιονιστική ασπρόμαυρη φωτογραφία, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ποιητικός διάλογος, κ.α.) παραπέμπει σε ευρωπαικές ταινίες τέχνης, παρά σε αμερικάνικο χολιγουντιανό κινηματογράφο. 

Έκανε επίσης διάσημο τον Ματ Ντίλον που παίζει τον ρόλο του Ράστι Τζέιμς, του όχι ιδιαίτερα έξυπνου εφήβου, ο οποίος πρέπει να καλύψει το κενό που άφησε ο αδερφός του (Μίκι Ρουρκ). Υπνωτικός, αινιγματικός, παράδοξα διορατικός, ο "Αταίριαστος", είναι μια υπέροχη ταινία και η αγαπημένη δουλειά του ίδιου του Κόπολα.


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

1/12: Mourir à 30 ans (Πεθαίνοντας στα 30)




Σκηνοθεσία: Romain Goupil
Σενάριο: Romain Goupil
Πρωταγωνιστές: Romain Goupil, Pierre Goupil, Alain Bureau, Sophie Goupil, Jacques Kebadian
Χρονολογία Παραγωγής: 1982
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία



            Μια παράλληλη εξιστόρηση της σχέσης του σκηνοθέτη με τον πρόωρα χαμένο ακροαριστερό αγωνιστή Μισέλ Ρεκανατί και ταυτόχρονα μια κινηματική αναφορά στις δεκαετίες του '60 και '70: το ξέσπασμα του Μάη '68, οι μαζικές συγκρούσεις και τα τακτικά διλήμματα, οι οδυνηρές, προσωπικές και συλλογικές, επιπτώσεις των αδιέξοδων πολιτικών επιλογών. Μ' αυτή την έννοια το «Να πεθαίνεις στα 30» έχει ένα διπλό raison d'être: Όχι απλά άλλη μια δραματοποιημένη εξιστόρηση των γεγονότων του Μάη, αλλά μια ταινία με χιούμορ και φρεσκάδα που δεν διστάζει να καταρρίψει κριτικά τους «ιερούς μύθους» μιας παρωχημένης Αριστεράς, εστιάζοντας στην προσωπική τραγωδία ενός πρωταγωνιστή των εξελίξεων.

                    Στην αρχή της ταινίας (1964), ο αφηγητής, ένας 14χρονος μαθητής, περιγράφει μέσα απ' την ανεμελιά της ηλικίας του το πρώιμο πάθος του ίδιου και της παρέας του για τον κινηματογράφο. Πολύ πριν απ' την ευκολία του video και παρά το απαγορευτικό κόστος της αγοράς και της εμφάνισης του φιλμ, οι τρεις φίλοι σκάρωναν απολαυστικά χιουμοριστικά φιλμάκια μικρού μήκους, αρκετά απ' τα οποία παρακολουθούμε στο πρώτο μέρος της ταινίας.
Τα επόμενα χρόνια, η ανέμελη διάθεση παραχωρεί τη θέση της στα πρώτα σημάδια ερωτικής αφύπνισης αλλά και συνειδητοποίησης και πολιτικοποίησης: Πάλη ενάντια στον Ντε Γκολ – ένταξη στο Κ.Κ. – αγωνίες και ερωτηματικά που παίρνουν τις στερεότυπες σταλινικές απαντήσεις και δεν βρίσκουν κινηματική διέξοδο.

              1967. Ένταξη στην (τροτσκιστική) Επαναστατική Κομμουνιστική Νεολαία - γνωριμία με τον Μισέλ Ρεκανατί. Ο τελευταίος, αν και στην ίδια ηλικία με τον αφηγητή, ήταν «πιο πολιτικός, πιο σκεπτόμενος, πιο σοβαρός αλλά και περισσότερο κλειστός και ψυχρός».
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μάης του '68 δεν καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας: Υπάρχει εκτεταμένη αναφορά στο κίνημα των καταλήψεων, τεράστιες συγκεντρώσεις εργαζομένων, παθιασμένες φοιτητικές συνελεύσεις, οδοφράγματα και καμένα αυτοκίνητα. Ωστόσο, μετά την παλίρροια ακολουθεί η άμπωτη -ο Ντε Γκολ θα αναλάβει και πάλι τα ηνία, ο χαρακτηρισμός «αριστεριστής προβοκάτορας» εμφανίζεται…



          Αργά αλλά σταθερά, η οργάνωση κατευθύνεται προς την υποστήριξη της μειοψηφικής, παραδειγματικής βίας που θα «αφυπνίσει» την εργατική τάξη: οργάνωση ομάδων και υπο-ομάδων που κάνουν επιθέσεις κομάντο σε επιλεγμένους στόχους: στο αμερικανικό προξενείο, στην Iberia ενάντια στο καθεστώς του Φράνκο, σε αμερικάνικες πολυεθνικές. Το τέλος του φαύλου κύκλου θα έρθει στις 21 Ιουνίου 1973: μια μαζική αντιφασιστική κινητοποίηση ξεφεύγει απ' τον έλεγχο και έχει σαν αποτέλεσμα 100 τραυματίες, την απαγόρευση και διάλυση της Λίγκας, τη σύλληψη των ηγετών της. Ο Μισέλ Ρεκανατί θεωρήθηκε υπεύθυνος και φυλακίζεται για τρεις μήνες: οι ακλόνητες βεβαιότητες ανατρέπονται, ο Μισέλ κάνει αυτοκριτική και τις, πολιτικές και προσωπικές, επιλογές του, αγωνίζεται να βρει καινούργιες ισορροπίες ψάχνοντας για δουλειά και αρχίζοντας απ' το μηδέν. Δεν τα καταφέρνει -θα αυτοκτονήσει στις 23 Μαρτίου 1978.
            Η  ταινία του Ρομέν Γκουπίλ στην πραγματικότητα κάνει ένα σαρωτικό σχόλιο στα ολέθρια λάθη της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στη Γαλλία. Γελοιοποιεί τη μακαριότητα και αναποτελεσματικότητα του Κ.Κ., αντιμετωπίζει με συντροφική κριτική αλλά δεν χαρίζεται στα αριστερίστικα λάθη της Λίγκας. Ο ίδιος, απογοητευμένος από τις συνεχείς διαψεύσεις, έφτασε το 2002 να υποστηρίξει την εισβολή στο Ιράκ.  Παρόλα αυτά, το «Να πεθαίνεις στα 30» προσφέρει μια οξυδερκή, ειλικρινή κριτική στις αδιέξοδες τακτικές της άκρας Αριστεράς, όπως αυτές απεικονίζονται στη σύντομη προσωπική τραγωδία της ζωής του φίλου του Μισέλ Ρεκανατί.

(πηγή: http://www.dea.org.gr/ )

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Πέμπτη 24/11: The Indian Runner




Σκηνοθεσία: Sean Penn
Σενάριο: Sean Penn
Πρωταγωνιστές: David Morse, Viggo Mortensen, Valeria Golino
Χρονολογία Παραγωγής:  20 Σεπτεμβρίου 1991
Χώρα Παραγωγής: USA




O Sean Penn βάσισε την πρώτη του εμφάνιση σαν σκηνοθέτης- σεναριογράφος στο “Highway Patrolman”, ένα τραγούδι του Bruce Springsteen. Δεν είναι απαραίτητο να ξέρει κανείς το τραγούδι για να εκτιμήσει την ταινία, αλλά προσθέτει μία ακόμη διάσταση στην επεξεργασία της μέσω του περιεχομένου ενός παραδοσιακού τραγουδιού, με το τέλος ενσωματωμένο στο ρεφρέν του:  “a man turns his back on his family, well, he just aint no good”.
 H ταινία επικεντρώνεται σε δύο αδερφούς, τον Joe και Frank Roberts, ο πρώτος ένας αγρότης που έγινε αστυνομικός και ο δεύτερος ένας περιπλανώμενος που υπηρέτησε στο Βιετνάμ και έκανε φυλακή. Μετά από μία οικογενειακή τραγωδία στα τέλη του ’60, ο Frank επιστρέφει στην πόλη με την έγκυο φίλη του, Dorothy. Μετακομίζουν στο σπίτι των γονιών του και ο Frank πιάνει δουλειά ως οξυγονοκολλητής στην κατασκευή μιας νέας γέφυρας αυτοκινητόδρομου. Αλλά ανήσυχες, βίαιες παρορμήσεις συνεχίζουν να κατακλύζουν τον Frank παρά τις προσπάθειες του Joe να τον πείσει ότι οι χαρές της οικογένειας μπορούν να σώσουν έναν άνθρωπο στις δύσκολες καταστάσεις.

             
            Ο Joe απολαμβάνει να περνάει χρόνο με τη γυναίκα και το γιο του, να φυτεύει λαχανικά στην πίσω αυλή του και να προσπαθεί να είναι ένας καλός αστυνομικός. Αλλά ο Frank υποστηρίζει ότι ο Joe έχασε τη φλόγα του όταν έχασε τη φάρμα του και πιστεύει ότι είναι και οι δύο καταδικασμένοι στην αργή απελπισία που κατέστρεψε τους γονείς τους. Ο μόνος τρόπος που ξέρει ο Frank για να το πολεμήσει είναι η βία. Παντρεύεται τη Dorothy και προσπαθεί να μιμηθεί τον αδερφό του που χαίρεται τις απλές χαρές της ζωής, αλλά δεν μπορεί να διαχειριστεί τη δυσαρέσκειά του. Αυτός είναι ένας κόσμος όπου όλοι χρειάζονται ένα μηχανισμό άμυνας- ο Joe καπνίζει, η γυναίκα του, Maria, φέρνει κρυφά χόρτο στο σπίτι- αλλά ο Frank υπερβάλλει με όλους τους τρόπους εκτόνωσης, αφήνοντας την οργή του ανεξέλεγκτη, πίνοντας μέχρι να βυθιστεί στη λήθη και μπλέκοντας σε καβγάδες στα bar επειδή δεν του αρέσει ο τρόπος που τον κοιτάνε.
     
           Τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας είναι σίγουρα οι συζητήσεις μεταξύ των δύο αδερφών. Είναι μέσω αυτών των συζητήσεων που καταλαβαίνουμε τη σημασία του τίτλου, ο οποίος είναι σκοπίμως αινιγματικός. Ο πατέρας τους, όταν ήταν παιδιά, τους έλεγε ιστορίες για τους Ινδιάνους αγγελιοφόρους, μεταφορείς μηνυμάτων μιας παλιότερης εποχής στη γη τους, και αυτές οι ιστορίες έμειναν μαζί τους, καθώς μεγάλωναν, σαν σύμβολο του πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει το ίδιο του το μήνυμα, καταφέρνοντας με τη δύναμη της θέλησης να παλέψει μέσα στο σκοτάδι και την αγριότητα. Για το Frank αυτό γίνεται εμφανές σε πολλά σημεία, καθώς συχνά οραματίζεται Ινδιάνους που στέκονται μπροστά του και του κάνουν νεύματα σα να αποδοκιμάζουν τις πράξεις του. Καθώς ο Frank πιάνει πάτο στο τέλος της ταινίας, υπάρχει ένας ακόμη δυνατός διάλογος ανάμεσα στα αδέρφια με τον Frank να βγάζει μια μισάνθρωπη κραυγή, όπως θα μπορούσε να περιγραφεί από κάποιον που δεν μπορεί να βρει τις λέξεις να το περιγράψει επαρκώς, προσπαθώντας να εξηγήσει στον Joe γιατί δεν μπορεί να γίνει καλός άσχετα από το πόσες ευκαιρίες θα του δοθούν.
          Ο Sean Penn έχει επεξεργαστεί με πολλή προσοχή το υλικό του. Ο καλός αδερφός δεν είναι ένας συμβατικός, μονοδιάστατος τύπος και ο κακός αδερφός δεν ανταποκρίνεται σε μια ρομαντική εικόνα του επαναστάτη χωρίς αιτία΄ δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις ούτε ευχάριστα happy ends για αυτήν την ταινία. Είναι ατίθαση όσο και η ίδια η ζωή.


   

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Πέμπτη 17/11: Ta'm e guilass (Η γεύση του κερασιού)




Σκηνοθέτης: Abbas Kiarostami
Σεναριογράφος: Abbas Kiarostami
Πρωταγωνιστές: Homayoun Ershadi, Abdolrahman Bagheri,Afshin Khorshid Bakhtiari
Χρονολογία Παραγωγής: 10 Οκτωβρίου 1997
Χώρα Παραγωγής: Ιταλία





            Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της (1997) η εμβληματική πια ταινία του Abbas Kiarostami «Γεύση Κερασιού» δεν έχει χάσει ίχνος από τη λάμψη της κι εκείνη τη γοητεία που είχε συνεπάρει τους απανταχού της γης κινηματογραφόφιλους, όταν κέρδιζε το «Χρυσό Φοίνικα» στις Κάνες. Η ταινία του Κιαροστάμι, εξακολουθεί και σήμερα να συγκινεί και να προβληματίζει το ίδιο όπως και τότε… Φέρνουμε στο νου μας τις μέρες που προβλήθηκε για πρώτη –και τελευταία- φορά στη Θεσσαλονίκη. Τις δυο πρώτες μέρες οι θεατές δεν ξεπέρασαν τους …τρεις. Και μάλιστα όλο και κάποιος θα αποχωρούσε από την αίθουσα διαμαρτυρόμενος για τον «αργό» ρυθμό της. Και οι επιχειρηματίες υποχρεώθηκαν να την αποσύρουν την τρίτη μέρα, γεγονός πρωτοφανές στα κινηματογραφικά χρονικά της πόλης…
                    Ο πρώτος κανόνας της τέχνης του κινηματογράφου-για τον μέσο θεατή- είναι ότι η ταινία πρέπει να διαθέτει ένα συγκεκριμένο «στόρι» με αρχή , μέση και τέλος, που να διατηρεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Και η ταινία του Kiarostami επιδεικτικά δεν το διαθέτει: σ’ όλη τη διάρκειά της παρακολουθούμε ένα συμπαθή άντρα με το Landrover του να σαρώνει κυριολεκτικά τις γειτονιές και τα περίχωρα της Τεχεράνης αναζητώντας με επιμονή κάποιον «να του ρίξει είκοσι φτυαριές χώμα» στον τάφο που ο ίδιος είχε ετοιμάσει, έναντι αδράς αμοιβής βέβαια, καθώς είχε πάρει την απόφαση να αυτοκτονήσει. Και ο αφιλότιμος σκηνοθέτης «δεν μας λέει τις αιτίες». Πουθενά δεν μαθαίνουμε τους λόγους αυτής της απονενοημένης απόφασης του πρωταγωνιστή της ταινίας! Ακόμη και η συνήθης «ζηλευτή αισθητική» των ταινιών ρουτίνας απουσιάζει επιδεικτικά: το τοπίο που οργώνει κυριολεκτικά ο κύριος Μπάντι είναι ένας κρανίου τόπος. Ξερό χώμα, σκόνη με το τσουβάλι, ίχνος βλάστησης, όγκοι εργοστασίων στο βάθος που ξερνούν μαύρο καπνό, τερατώδη μηχανήματα που μεταφέρουν και αδειάζουν όγκους από χώματα και πέτρες (για ποιο ακριβώς λόγο;) και εκατοντάδες εργάτες σκαρφαλωμένοι στις πλαγιές με αξίνες και φτυάρια που εργάζονται θαρρείς και μεταφέρουν ο καθένας του τον λίθο του Συσσίφου. Πιάνεται η ψυχή του ανθρώπου! (Σημείωση: αυτά όλα δεν αποτελούν έναν πρώτης τάξεως λόγο για να οδηγήσουν στην αυτοκτονία ένα ευαίσθητο άτομο;).

        Ενόχλησε ακόμη, καθώς φαίνεται, και το γεγονός ότι κανένα σχεδόν πλάνο της ταινίας δεν περιέχει μαζί τους δυο ανθρώπους που συνδιαλέγονται (υποψήφιο αυτόχειρα και υποψήφιο…νεκροθάφτη). Αλλά υπάρχει καλύτερος τρόπος για να τονιστεί η απελπιστική μοναξιά του πρώτου και η στέρεη -και εξ ορισμού λογική- βεβαιότητα του δεύτερου; Οι άντρες στους οποίους απευθύνεται ο κύριος Μπάντι αρνούνται κατηγορηματικά να τον βοηθήσουν. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ένας ντόπιος εργάτης, γιατί τον παίρνει για ομοφυλόφιλο, ένας Κούρδος στρατιώτης από θέμα αρχής, και τέλος ένας αφγανός φύλακας εργοταξίου για καθαρά θρησκευτικούς λόγους…Εδώ ο σκηνοθέτης επιμένει στην αντίστιξη μιας καθαρά δυτικής αντίληψης για τη ζωή και το θάνατο και μιας πανάρχαιας ανατολικής που επιμένει ότι αξίζει να ζεις μόνο και μόνο για να γευτείς ένα ζουμερό μούρο ή ένα ώριμο κεράσι! Πράγματι ο υποψήφιος αυτόχειρας είναι πέρα για πέρα «εξευρωπαϊσμένος»: ξυρισμένος, δυτικότροπα ντυμένος και καθόλου δεμένος με τα δόγματα του Κορανίου…Κατοικεί μάλιστα και σ’ ένα καλοβαλμένο μεσοαστικό διώροφο διαμέρισμα των περιχώρων της Τεχεράνης…Αντίθετα οι άντρες στους οποίους απευθύνεται για να τον βοηθήσουν είναι κλασικοί μουσουλμάνοι: φουκαράδες, πιστοί τηρητές των εδαφίων του Κορανίου, οι οποίοι, μολονότι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, αρνούνται μια αμοιβή που δεν θα κέρδιζαν ούτε και σ’ ολόκληρη τη ζωή τους…Στο τέλος ο ήρωάς μας θα συναντήσει ένα βαθιά φιλοσοφημένο άτομο (είναι ταριχευτής ζώων σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Τεχεράνης), Τούρκος στην καταγωγή, που θα προσπαθήσει να τον μεταπείσει ότι αξίζει να ζήσει κανείς μόνο και μόνο για να γευτεί κάποια στιγμή ένα ώριμο κεράσι… 
                                                                                



Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Πέμπτη 10/11: Brazil



Σκηνοθεσία: Terry Gilliam
Σενάριο: Terry Gilliam, Tom Stoppard, Charles McKeown
Πρωταγωνιστές: Jonathan Pryce, Kim Greist, Robert De Niro
Χρονολογία παραγωγής: 18 Δεκεμβρίου 1985
Χώρα παραγωγής: USA






Ο Sam Lowry είναι ένας ανήσυχος τεχνοκράτης που ζει σε μια φουτουριστική κοινωνία, διαστρεβλωμένη και ανεπαρκή. Ονειρεύεται μια ζωή έξω από την τεχνολογία και τη συνθλιπτική γραφειοκρατία, παιρνώντας την αιωνιότητα με τη γυναίκα των ονείρων του. Ενώ προσπαθεί να αποδείξει τη λάθος σύλληψή του ως Harry Buttle, ο Lowry συναντά τη γυναίκα που κυνηγούσε στα όνειρά του. Στο μεταξύ, η γραφειοκρατία τον έχει υποδείξει ως τον υπεύθυνο μιας σειράς τρομοκρατικών ενεργειών...




Το Brazil είναι ένα καλοδουλεμένο και ευφυές όραμα ενός υπερβολικά ζοφερού μέλλοντος΄ είναι ένα εξαίσιο παράδειγμα του πως η κωμωδία μπορεί να εμβαθύνει σε βαρυσήμαντες ιδέες, ακόμη κι αν αυτές θεωρούνται ιερές. Το πνεύμα της ταινίας στρέφεται προς τη δεκαετία του '30, καθώς μαρτυρεί και ο τίτλος, ο οποίος δεν αναφέρεται στο όνομα της χώρας, αλλά στο ομώνυμο τραγούδι, που ήταν επιτυχία τη δεκαετία του '30 και το οποίο πλανάται μέσα στην ταινία σα μια δελεαστική παρόρμηση. Η ευθυμία της μουσικής δημιουργεί μια ειρωνική αντίθεση με την καταπιεστική, ολοκληρωτική κοινωνία, μέσα στην οποία τοποθετείται η δράση.
                     Η ίδια η πλοκή είναι μάλλον λιτη' σκοπός της είναι κυρίως να οδογήσει το θεατή μέσα σε διάφορες πτυχές ενός απροσδόκητα χιουμοριστικού, οργουελιανού κόσμου. Η απάντηση του Gilliam στον Winston Smith του Orwell είναι ο Sam Lowry, ένας κοστουμάτος γραφειοκράτης, με μια απαγορευμένη αγάπη, μια ζωηρή φανταστική ζωή και μια μητέρα μέλος της υψηλής κοινωνίας.

                        Μεγάλο μέρος της ευφυίας του Brazil εντοπίζεται στις μικρές λεπτομέρειες, την αίσθηση του πώς δουλεύουν τα πράγματα σ' αυτήν την νέα κοινωνία. Πινακίδες που περνούν γρήγορα πίσω από το προσκήνιο λένε πράγματα όπως "η χαλαρή κουβέντα είναι παγίδα" και "η υποψία γεννά την εμπιστοσύνη", ενώ οι διαφημίσεις στην τηλεόραση αφορούν σε πράγματα όπως οι σύγχρονοι αγωγοί θέρμανσης "σε διάφορα χρώματα για να ταιριάζουν στο απαιτητικό σας γούστο". Η ευγένεια είναι απαραίτητη συνθήκη για οτιδήποτε, όπως σε μια από τις πρώτες σκηνές, που ο άμοιρος κύριος Buttle συλλαμβάνεται στο καθιστικό του, στοιβάζεται σε κάτι που μοιάζει με μεγάλο σάκο και οδηγείται μακριά και κανείς δε θα ξανακούσει γι' αυτον. Τουλάχιστον έδωσαν στην κυρία Buttle μια γραπτή απόδειξη της σύλληψης του συζύγου της...


Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Πέμπτη 03/11: Network


Σκηνοθέτης: Sidney Lumet
Σεναριογράφος: Paddy Chayefsky
Πρωταγωνιστές: Faye Dunaway, William Holden, Peter Finch
Χρονολογία Παραγωγής: 27 Νοεμβρίου1976
Χώρα παραγωγής: ΗΠΑ







    Το 1975 η τρομοκρατική βία είναι το    κύριο θέμα των βραδυνών δελτίων ειδήσεων, έτσι που η εταιρική δομή του τηλεοπτικού σταθμού UBS αλλάζει. Στο μεταξύ ο Howard Beale, το γηραιό στήριγμα του δελτίου, έχει χάσει την κάποτε μεγάλη θεαματικότητά του, έτσι το δίκτυο τον απολύει. Ο Beale αντιδρά με έναν απροσδόκητο τρόπο. Στη συνέχεια βλέπουμε πώς αυτή η απόλυση επηρεάζει τη ζωή του Beale, των συνεργατών του, καθώς και την πορεία του δικτύου.

                Το Network είναι μια ταινία για την πτώση, την έγερση και ξανά την πτώση του Howard Beale, καθώς και για την τρομακτική και φαιδρή τηλεοπτική φρενίτιδα. Για τους επικίνδυνους ελιγμούς των ανώτερων στελεχών και για παλιομοδίτες εκφωνητές των δελτίων, σαν τον Max Schumacher, που έχουν ενδοιασμούς και, λόγω αυτού, θεωρούνται ανίκανοι. Μια ταινία για το αραβικό πετρέλαιο, τις μεγάλες πολυεθνικές και τους σύγχρονους τυχοδιώκτες, σαν την Diana Christensen, ένα ανώτερο στέλεχος της τηλεόρασης, της οποίας η “ευαίσθητη” κριτική για το τηλεοπτικό κοινό την οδηγεί στο να προσλάβει μια μάντισσα για το δελτίο των 11, προκειμένου να προβλέπει τι θα γίνει την επόμενη μέρα, καθώς και για να προωθεί την αποδόμηση της εικόνας του Howard Beale, ως της πιο διάσημης προσωπικότητας της Αμερικής από την εποχή του Will Rogers.



              Το Network είναι σοκαριστικό. Είναι επίσης ευφυέστατο, απερίγραπτα αστείο΄ μια αμερικάνικη κωμωδία που επιβεβαιώνει το ταλέντο του Paddy Chayefsky, ως μεγάλου σατιρικού συγγραφέα.
              Ο Paddy Chayefsky, απέκτησε αρχικά τη φήμη του γράφοντας σενάρια για την τηλεόραση, δίνοντας το βάρος στα μικρά, καθημερινά πράγματα. Μέσω έργων όπως το “The Latent Heterosexual” και το “The Hospital”, έγινε ένας από τους λίγους αφοσιωμένους κωμικούς που απέκτησαν πρόσβαση στο ευρύ κοινό. Το χιούμορ του δεν είναι ευγενικό ή γενναιόδωρο. Είναι τόσο σκληρό και αποκαλυπτικό, όσο χρειάζεται, προκειμένου να μην προκαλέσει τη μεταστροφή του κοινού για το οποίο προορίζεται.


            Το Network μπορεί να κατηγορηθεί τόσο για το ότι το τραβάει πολύ μακρία όσο και για το ότι δεν πάει αρκετά μακριά τελικά. Είναι, όμως, κάτι που πολύ λίγα κωμικά φιλμ μπορούμε να πούμε ότι είναι. Είναι ζωντανό. Όπως ο τρελός προφήτης στην ταινία λέει για τον εαυτό του, το Network είναι ζωηρό και σπινθηροβόλο. Είναι συνδεδεμένο με τη ζωή.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Προβολές Νοεμβρίου: κάθε Πέμπτη στις 21.00




03/11 Network  (1976), του Sidney Lumet

10/11  Brazil  (1985), του Terry Gilliam

17/11 Ta'm e guilass (Η γεύση του κερασιού) (1997), του Abbas Kiarostasmi

24/11 The Indian Runner (1991), του Sean Penn

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Πέμπτη 27/10: Zabriskie Point



Michelangelo Antonioni Διάρκεια: 110' 
Χρονολογία παραγωγής: 1970
Χώρα παραγωγής: ΗΠΑ



“Η ταινία μπορεί σίγουρα να μοιάζει παραληρηματική, ιδίως στο τέλος. Ε λοιπόν, ως δημιουργός, διεκδικώ το δικαίωμα στο παραλήρημα, ακόμη και γιατί τα σημερινά παραληρήματα θα είναι ίσως η αυριανή αλήθεια.” Μικελάντζελο Αντονιόνι
 H ταινία Ζαμπρίσκι Πόιντ, που ο Αντονιόνι γύρισε το Μάρτιο του 1970, μετά από προετοιμασία της παραγωγής, που διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια, ενώ σημείωσε πολλή επιτυχία στις ευρωπαϊκές και εξωευρωπαϊκές χώρες που προβλήθηκε, τόσο κριτική, όσο και εμπορική, δεν έκοψε, όμως, τον αναμενόμενο, μετά το θρίαμβο του Blow-up, αριθμό εισιτηρίων στις η.π.α., και ξεσήκωσε θύελλα αντιδρά­σεων από κάποιους συντηρητικούς ιδίως κύκλους. Δεν έλειψαν, άλλωστε, εκείνη την εποχή, και οι αρνητικές κρι­τικές και από ορισμένους αριστερούς έντονα πολιτικοποιημένους διανοού­μενους και κριτικούς. Γράφτηκαν, αρ­γότερα, ορισμένες μελέτες και δοκίμια, που προσπαθούσαν να κατηγοριο­ποιήσουν μια σειρά από ταινίες σχετι­κές με τα μεγάλα αμφισβητιακά κινή­ματα του Μάη του 1968, του κινήματος για την ειρήνη στο Βιετνάμ, των χίπις κ.λπ. Το Ζαμπρίσκι Πόιντ, όμως, δεν έμπαινε εύκολα σε τέτοιες κατηγοριο­ποιήσεις, εξαιτίας της μεγάλης συνθετότητας του, του βαθιά μελετημένου καλλιτεχνικού τόνου του, με τα πολλα­πλά εικαστικά, μουσικά παραθέματα και τις αναφορές.
O καλά μελετημένος κι επεξεργα­σμένος μύθος της ταινίας, που, αν και δεν έχει άμεση σχέση με τις προηγούμενες ολοκληρώσεις και τις συνακόλουθες στυλιστικές κορυφώ­σεις του έργου του Αντονιόνι (Έκλει­ψη, Κόκκινη έρημος) – όπως και το Blow-upκαι διατηρεί μια σχετική αυ­τονομία, συνδέεται, όμως, μ’ αυτές, χά­ρη στις κοινές κατασκευαστικές σταθε­ρές και στις δομικές αντιστοιχίες κι αναλογίες: κατασκευαστική σταθερή που οργανώνει το φιλμικό υλικό μέσα από μια διαδικασία αντιπαραβολής π.χ. το γεμάτο αντιπαραβάλλεται στο κενό, το συλλογικό στο ατομικό, το αρχαϊκό (που εδώ, μάλιστα, “ανοίγεται”, με τις παραβολές και τις φαντασιακές προβολές των ερώτων που προκαλού­νται από τη γυμνότητα και τη διαχρονι­κότητα της Κοιλάδας του Θανάτου, μέχρι την προϊστορία) στο σύγχρονο κ.λπ. Γιατί δεν είναι, πιστεύω, μονάχα η διαδικασία εκκένωσης, που είναι θεμε­λιακής σημασίας στις ταινίες του Αντο­νιόνι. όπως γράφει, αναλύοντας το, ο Jose Moure στο βιβλίο του “Μικελάν­τζελο Αντονιόνι. Κινηματογραφιστής της εκκένωσης, αλλά, πολύ περισσό­τερο ακόμη, οι σύνθετες διαδικασίες αντιπαραβολής (γεμάτο – κενό, συλλο­γικό – ατομικό, αρχαϊκό – σύγχρονο), που παίζουν ένα βασικό οργανωτικό και κατασκευαστικό ρόλο.
Αυτός ο μύθος είναι φαινομενικά απλός: σε μια φοιτητική κατάλη­ψη, όπου ακούγονται και συγκρούο­νται διαφορετικές απόψεις και θέσεις, ο Μαρκ, που εκφράζει μιαν αναρχική στάση μη ενταγμένου ριζοσπάστη, ό­ταν επιτίθενται οι αστυνομικοί, νομίζει -εσφαλμένα- ότι σκότωσε έναν αστυ­νομικό. Μαθαίνει ότι τον υποψιάζο­νται κι οδηγείται στο να κλέψει ένα μι­κρό αεροπλάνο, για να κάνει ένα ταξί­δι, χωρίς ένα συγκεκριμένο στόχο, πά­νω από την έρημο και την Κοιλάδα του Θανάτου. Παρακολουθεί μια κοπέλα, την Ντάρια, που διασχίζει κι αυτή την έρημο μ’ ένα αυτοκίνητο ουσιαστικά “προς άγνωστη κατεύθυνση”. Κι αυτή με την ελεύθερη αλλά αγχωμένη χίπικη συμπεριφορά, ανικανοποίητη από τη δουλειά της και τις σχέσεις της, στο τα­ξίδι της, αναζητούσε κάτι που, μάλλον, δεν βρήκε.

το σεληνιακό, πανάρχαιο και τελλουρικό τοπίο πάνω από ογδό­ντα μέτρα, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, μέσα σε πανύψηλα βουνά, τα παιχνίδια και τα κυνηγητά τους, που μοιάζουν να αρθρώνουν, στη γλώσσα των σωμάτων τους, τις προαιώνιες ιε­ροτελεστίες, τους οδηγούν στο να χα­ρούν τον έρωτα, ενώ μέσα στην έκστα­ση τους, σαν σε μια εκτεταμένη πα­λαιολιθική ή μάλλον νεολιθική ζωγρα­φική -π.χ. μια τέτοια ανακαλύφθηκε σε σπήλαιο της Βραζιλίας, τα χρόνια του 1990- η ερωτική επιθυμία και η ηδονή εκφράζεται από ερωτικά ζευγάρια, που ξεπροβάλλουν, σκεπασμένα από “η­φαιστειακή” σκόνη, σε ποικίλους σχη­ματισμούς, που όλο αλλάζουν και πληθαίνουν…
Αλλά και η Κοιλάδα του Θανάτου διασχίζεται από κάποιους εκπρόσωπους του πολιτισμού, τουρίστες και αστυνομικούς. Συνεχίζουν τα παι­χνίδια τους, βάφοντας το αεροπλάνο και μεταμορφώνοντας το σε προϊστο­ρικό πουλί. Χωρίζονται τότε κι ακο­λουθεί ο καθένας το δρόμο του: εκείνη πηγαίνει στην πολυτελή έπαυλη, μέσα στην έρημο, του αφεντικού και εραστή της, όπου, όμως δεν μένει, αφού δοκι­μάσει μιαν ακόμη σύντομη γεύση από τον τρομερό κόσμο της νόμιμα ανέντι­μης εύκολης κερδοσκοπίας, των αλλοτριωμένων και αλλοτριωτικών σχέ­σεων, της καταναλωτικής μανίας, της εκμετάλλευσης και της εκπόρνευσης. εκείνος επιστρέφει με το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο, όπου, χωρίς να του γυρέψουν να παραδοθεί τον πυροβο­λούν και τον σκοτώνουν. Εκείνη φεύ­γοντας μαθαίνει από το ραδιόφωνο τη δολοφονία του αγοριού. Συντριμμένη προβάλλει από μέσα της -σαν να εκφ­ράζει την επιθυμία της- και φαντασιάζεται εικόνες αποκάλυψης και κατα­στροφής, όπου φλέγονται και εκρήγ­νυνται στον αέρα η έπαυλη και μαζί όλα τα χαρακτηριστικά αντικείμενα, σύμβολα της καταναλωτικής, εκμεταλ­λευτικής και καταπιεστικής κοινωνίας: διάφορα προϊόντα, τηλεοράσεις, βιβλία…
Όλα αυτά υπάρχουν, όμως, γιατί ο σκηνοθέτης τα “έγραψε”, με τον απαραίτητο “λόγο”, γιατί τους έδωσε τη μορφή που τους ταίριαζε. Αύξησε τις εντάσεις και τις κορυφώσεις με μια σπάνιας δύναμης μουσική, που είναι σαν να αναβλύζει από τα εσώτερα Βά­θη του τοπίου, από τα “έγκατα” των χρόνων: μουσικές των Πινκ Φλόιντ, του Γκαρσία, των Καλίντοσκόπ. Από εικαστική άποψη μετάτρεψε, με κινημα­τογραφικό τρόπο, σε οπτικοακουστικές εικόνες, τις σταθερές της ποπ αρτ, με μια μεγάλη δόση, όμως, αφαίρεσης, αλλά ιδίως εκείνες της λαντ αρτ και των δρώ­μενων μέσα στον κοσμικό χωροχρόνο… Οι εναλλαγές των ρυθμών δίνουν τον ταιριαστό τόνο στις διάφορες σεκάνς της ταινίας, καταλήγοντας στις φαντασιακές εκρήξεις του τέλους, που λειτουργούν σαν μία κάθαρση…
Και συγχρόνως η μικτή μορφή ενός  ποιητικού δοκιμίου πάνω στον επαναστατημένο από την αδικία άνθρωπο, τις διανθρώπινες σχέσεις, που θα μπορούσαν να είναι λυτρωτι­κές, την ανθρώπινη συλλογικότητα και τα όνειρα της, τον έρωτα μέσα σε μιαν εφήμερη ελευθερία, αποκτά μια καλλι­τεχνική στοχαστική διάσταση… Ο Jon Clemens γράφει χαρακτηριστικά: “Ο Αντονιόνι είδε μιαν Αμερική σοβαρά άρρωστη, διαιρεμένη σε γενιές και πολιτισμούς που δεν καταλαβαίνει ο ένας τους άλλο, μιαν Αμερική που οι στόχοι της είναι αντιφατικοί και που είναι ολόκληρη ένα αγχωτικό πα­ράδοξο.” 
του Αντρέα Παγουλάτου