Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Πέμπτη 03/11: Network


Σκηνοθέτης: Sidney Lumet
Σεναριογράφος: Paddy Chayefsky
Πρωταγωνιστές: Faye Dunaway, William Holden, Peter Finch
Χρονολογία Παραγωγής: 27 Νοεμβρίου1976
Χώρα παραγωγής: ΗΠΑ







    Το 1975 η τρομοκρατική βία είναι το    κύριο θέμα των βραδυνών δελτίων ειδήσεων, έτσι που η εταιρική δομή του τηλεοπτικού σταθμού UBS αλλάζει. Στο μεταξύ ο Howard Beale, το γηραιό στήριγμα του δελτίου, έχει χάσει την κάποτε μεγάλη θεαματικότητά του, έτσι το δίκτυο τον απολύει. Ο Beale αντιδρά με έναν απροσδόκητο τρόπο. Στη συνέχεια βλέπουμε πώς αυτή η απόλυση επηρεάζει τη ζωή του Beale, των συνεργατών του, καθώς και την πορεία του δικτύου.

                Το Network είναι μια ταινία για την πτώση, την έγερση και ξανά την πτώση του Howard Beale, καθώς και για την τρομακτική και φαιδρή τηλεοπτική φρενίτιδα. Για τους επικίνδυνους ελιγμούς των ανώτερων στελεχών και για παλιομοδίτες εκφωνητές των δελτίων, σαν τον Max Schumacher, που έχουν ενδοιασμούς και, λόγω αυτού, θεωρούνται ανίκανοι. Μια ταινία για το αραβικό πετρέλαιο, τις μεγάλες πολυεθνικές και τους σύγχρονους τυχοδιώκτες, σαν την Diana Christensen, ένα ανώτερο στέλεχος της τηλεόρασης, της οποίας η “ευαίσθητη” κριτική για το τηλεοπτικό κοινό την οδηγεί στο να προσλάβει μια μάντισσα για το δελτίο των 11, προκειμένου να προβλέπει τι θα γίνει την επόμενη μέρα, καθώς και για να προωθεί την αποδόμηση της εικόνας του Howard Beale, ως της πιο διάσημης προσωπικότητας της Αμερικής από την εποχή του Will Rogers.



              Το Network είναι σοκαριστικό. Είναι επίσης ευφυέστατο, απερίγραπτα αστείο΄ μια αμερικάνικη κωμωδία που επιβεβαιώνει το ταλέντο του Paddy Chayefsky, ως μεγάλου σατιρικού συγγραφέα.
              Ο Paddy Chayefsky, απέκτησε αρχικά τη φήμη του γράφοντας σενάρια για την τηλεόραση, δίνοντας το βάρος στα μικρά, καθημερινά πράγματα. Μέσω έργων όπως το “The Latent Heterosexual” και το “The Hospital”, έγινε ένας από τους λίγους αφοσιωμένους κωμικούς που απέκτησαν πρόσβαση στο ευρύ κοινό. Το χιούμορ του δεν είναι ευγενικό ή γενναιόδωρο. Είναι τόσο σκληρό και αποκαλυπτικό, όσο χρειάζεται, προκειμένου να μην προκαλέσει τη μεταστροφή του κοινού για το οποίο προορίζεται.


            Το Network μπορεί να κατηγορηθεί τόσο για το ότι το τραβάει πολύ μακρία όσο και για το ότι δεν πάει αρκετά μακριά τελικά. Είναι, όμως, κάτι που πολύ λίγα κωμικά φιλμ μπορούμε να πούμε ότι είναι. Είναι ζωντανό. Όπως ο τρελός προφήτης στην ταινία λέει για τον εαυτό του, το Network είναι ζωηρό και σπινθηροβόλο. Είναι συνδεδεμένο με τη ζωή.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Προβολές Νοεμβρίου: κάθε Πέμπτη στις 21.00




03/11 Network  (1976), του Sidney Lumet

10/11  Brazil  (1985), του Terry Gilliam

17/11 Ta'm e guilass (Η γεύση του κερασιού) (1997), του Abbas Kiarostasmi

24/11 The Indian Runner (1991), του Sean Penn

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Πέμπτη 27/10: Zabriskie Point



Michelangelo Antonioni Διάρκεια: 110' 
Χρονολογία παραγωγής: 1970
Χώρα παραγωγής: ΗΠΑ



“Η ταινία μπορεί σίγουρα να μοιάζει παραληρηματική, ιδίως στο τέλος. Ε λοιπόν, ως δημιουργός, διεκδικώ το δικαίωμα στο παραλήρημα, ακόμη και γιατί τα σημερινά παραληρήματα θα είναι ίσως η αυριανή αλήθεια.” Μικελάντζελο Αντονιόνι
 H ταινία Ζαμπρίσκι Πόιντ, που ο Αντονιόνι γύρισε το Μάρτιο του 1970, μετά από προετοιμασία της παραγωγής, που διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια, ενώ σημείωσε πολλή επιτυχία στις ευρωπαϊκές και εξωευρωπαϊκές χώρες που προβλήθηκε, τόσο κριτική, όσο και εμπορική, δεν έκοψε, όμως, τον αναμενόμενο, μετά το θρίαμβο του Blow-up, αριθμό εισιτηρίων στις η.π.α., και ξεσήκωσε θύελλα αντιδρά­σεων από κάποιους συντηρητικούς ιδίως κύκλους. Δεν έλειψαν, άλλωστε, εκείνη την εποχή, και οι αρνητικές κρι­τικές και από ορισμένους αριστερούς έντονα πολιτικοποιημένους διανοού­μενους και κριτικούς. Γράφτηκαν, αρ­γότερα, ορισμένες μελέτες και δοκίμια, που προσπαθούσαν να κατηγοριο­ποιήσουν μια σειρά από ταινίες σχετι­κές με τα μεγάλα αμφισβητιακά κινή­ματα του Μάη του 1968, του κινήματος για την ειρήνη στο Βιετνάμ, των χίπις κ.λπ. Το Ζαμπρίσκι Πόιντ, όμως, δεν έμπαινε εύκολα σε τέτοιες κατηγοριο­ποιήσεις, εξαιτίας της μεγάλης συνθετότητας του, του βαθιά μελετημένου καλλιτεχνικού τόνου του, με τα πολλα­πλά εικαστικά, μουσικά παραθέματα και τις αναφορές.
O καλά μελετημένος κι επεξεργα­σμένος μύθος της ταινίας, που, αν και δεν έχει άμεση σχέση με τις προηγούμενες ολοκληρώσεις και τις συνακόλουθες στυλιστικές κορυφώ­σεις του έργου του Αντονιόνι (Έκλει­ψη, Κόκκινη έρημος) – όπως και το Blow-upκαι διατηρεί μια σχετική αυ­τονομία, συνδέεται, όμως, μ’ αυτές, χά­ρη στις κοινές κατασκευαστικές σταθε­ρές και στις δομικές αντιστοιχίες κι αναλογίες: κατασκευαστική σταθερή που οργανώνει το φιλμικό υλικό μέσα από μια διαδικασία αντιπαραβολής π.χ. το γεμάτο αντιπαραβάλλεται στο κενό, το συλλογικό στο ατομικό, το αρχαϊκό (που εδώ, μάλιστα, “ανοίγεται”, με τις παραβολές και τις φαντασιακές προβολές των ερώτων που προκαλού­νται από τη γυμνότητα και τη διαχρονι­κότητα της Κοιλάδας του Θανάτου, μέχρι την προϊστορία) στο σύγχρονο κ.λπ. Γιατί δεν είναι, πιστεύω, μονάχα η διαδικασία εκκένωσης, που είναι θεμε­λιακής σημασίας στις ταινίες του Αντο­νιόνι. όπως γράφει, αναλύοντας το, ο Jose Moure στο βιβλίο του “Μικελάν­τζελο Αντονιόνι. Κινηματογραφιστής της εκκένωσης, αλλά, πολύ περισσό­τερο ακόμη, οι σύνθετες διαδικασίες αντιπαραβολής (γεμάτο – κενό, συλλο­γικό – ατομικό, αρχαϊκό – σύγχρονο), που παίζουν ένα βασικό οργανωτικό και κατασκευαστικό ρόλο.
Αυτός ο μύθος είναι φαινομενικά απλός: σε μια φοιτητική κατάλη­ψη, όπου ακούγονται και συγκρούο­νται διαφορετικές απόψεις και θέσεις, ο Μαρκ, που εκφράζει μιαν αναρχική στάση μη ενταγμένου ριζοσπάστη, ό­ταν επιτίθενται οι αστυνομικοί, νομίζει -εσφαλμένα- ότι σκότωσε έναν αστυ­νομικό. Μαθαίνει ότι τον υποψιάζο­νται κι οδηγείται στο να κλέψει ένα μι­κρό αεροπλάνο, για να κάνει ένα ταξί­δι, χωρίς ένα συγκεκριμένο στόχο, πά­νω από την έρημο και την Κοιλάδα του Θανάτου. Παρακολουθεί μια κοπέλα, την Ντάρια, που διασχίζει κι αυτή την έρημο μ’ ένα αυτοκίνητο ουσιαστικά “προς άγνωστη κατεύθυνση”. Κι αυτή με την ελεύθερη αλλά αγχωμένη χίπικη συμπεριφορά, ανικανοποίητη από τη δουλειά της και τις σχέσεις της, στο τα­ξίδι της, αναζητούσε κάτι που, μάλλον, δεν βρήκε.

το σεληνιακό, πανάρχαιο και τελλουρικό τοπίο πάνω από ογδό­ντα μέτρα, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, μέσα σε πανύψηλα βουνά, τα παιχνίδια και τα κυνηγητά τους, που μοιάζουν να αρθρώνουν, στη γλώσσα των σωμάτων τους, τις προαιώνιες ιε­ροτελεστίες, τους οδηγούν στο να χα­ρούν τον έρωτα, ενώ μέσα στην έκστα­ση τους, σαν σε μια εκτεταμένη πα­λαιολιθική ή μάλλον νεολιθική ζωγρα­φική -π.χ. μια τέτοια ανακαλύφθηκε σε σπήλαιο της Βραζιλίας, τα χρόνια του 1990- η ερωτική επιθυμία και η ηδονή εκφράζεται από ερωτικά ζευγάρια, που ξεπροβάλλουν, σκεπασμένα από “η­φαιστειακή” σκόνη, σε ποικίλους σχη­ματισμούς, που όλο αλλάζουν και πληθαίνουν…
Αλλά και η Κοιλάδα του Θανάτου διασχίζεται από κάποιους εκπρόσωπους του πολιτισμού, τουρίστες και αστυνομικούς. Συνεχίζουν τα παι­χνίδια τους, βάφοντας το αεροπλάνο και μεταμορφώνοντας το σε προϊστο­ρικό πουλί. Χωρίζονται τότε κι ακο­λουθεί ο καθένας το δρόμο του: εκείνη πηγαίνει στην πολυτελή έπαυλη, μέσα στην έρημο, του αφεντικού και εραστή της, όπου, όμως δεν μένει, αφού δοκι­μάσει μιαν ακόμη σύντομη γεύση από τον τρομερό κόσμο της νόμιμα ανέντι­μης εύκολης κερδοσκοπίας, των αλλοτριωμένων και αλλοτριωτικών σχέ­σεων, της καταναλωτικής μανίας, της εκμετάλλευσης και της εκπόρνευσης. εκείνος επιστρέφει με το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο, όπου, χωρίς να του γυρέψουν να παραδοθεί τον πυροβο­λούν και τον σκοτώνουν. Εκείνη φεύ­γοντας μαθαίνει από το ραδιόφωνο τη δολοφονία του αγοριού. Συντριμμένη προβάλλει από μέσα της -σαν να εκφ­ράζει την επιθυμία της- και φαντασιάζεται εικόνες αποκάλυψης και κατα­στροφής, όπου φλέγονται και εκρήγ­νυνται στον αέρα η έπαυλη και μαζί όλα τα χαρακτηριστικά αντικείμενα, σύμβολα της καταναλωτικής, εκμεταλ­λευτικής και καταπιεστικής κοινωνίας: διάφορα προϊόντα, τηλεοράσεις, βιβλία…
Όλα αυτά υπάρχουν, όμως, γιατί ο σκηνοθέτης τα “έγραψε”, με τον απαραίτητο “λόγο”, γιατί τους έδωσε τη μορφή που τους ταίριαζε. Αύξησε τις εντάσεις και τις κορυφώσεις με μια σπάνιας δύναμης μουσική, που είναι σαν να αναβλύζει από τα εσώτερα Βά­θη του τοπίου, από τα “έγκατα” των χρόνων: μουσικές των Πινκ Φλόιντ, του Γκαρσία, των Καλίντοσκόπ. Από εικαστική άποψη μετάτρεψε, με κινημα­τογραφικό τρόπο, σε οπτικοακουστικές εικόνες, τις σταθερές της ποπ αρτ, με μια μεγάλη δόση, όμως, αφαίρεσης, αλλά ιδίως εκείνες της λαντ αρτ και των δρώ­μενων μέσα στον κοσμικό χωροχρόνο… Οι εναλλαγές των ρυθμών δίνουν τον ταιριαστό τόνο στις διάφορες σεκάνς της ταινίας, καταλήγοντας στις φαντασιακές εκρήξεις του τέλους, που λειτουργούν σαν μία κάθαρση…
Και συγχρόνως η μικτή μορφή ενός  ποιητικού δοκιμίου πάνω στον επαναστατημένο από την αδικία άνθρωπο, τις διανθρώπινες σχέσεις, που θα μπορούσαν να είναι λυτρωτι­κές, την ανθρώπινη συλλογικότητα και τα όνειρα της, τον έρωτα μέσα σε μιαν εφήμερη ελευθερία, αποκτά μια καλλι­τεχνική στοχαστική διάσταση… Ο Jon Clemens γράφει χαρακτηριστικά: “Ο Αντονιόνι είδε μιαν Αμερική σοβαρά άρρωστη, διαιρεμένη σε γενιές και πολιτισμούς που δεν καταλαβαίνει ο ένας τους άλλο, μιαν Αμερική που οι στόχοι της είναι αντιφατικοί και που είναι ολόκληρη ένα αγχωτικό πα­ράδοξο.” 
του Αντρέα Παγουλάτου

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Πέμπτη 20/10: Η Λεμονιά (του Eran Riklis)

Etz Limon (2008) - Eran Riklis - Η Λεμονιά (Lemon Tree)

Η Selma είναι μια χήρα από την Παλαιστίνη που η ζωή της αναστατώνεται όταν ο ισραηλινός υπουργός άμυνας μετακομίζει στο σπίτι που βρίσκεται απέναντι από τον κήπο με τις λεμονιές της, στα σύνορα του Ισραήλ και των κατεχόμενων εδαφών. Η ασφάλεια του υπουργού υποστηρίζει ότι τα δέντρα της Selma αποτελούν απειλή για τον υπουργό και την οικογένειά του, και πρέπει να κοπούν. Η Selma θα κάνει τα πάντα για να προστατέψει τα δέντρα αλλά και την ίδια της τη ζωή.

Ο Εράν Ρικλίς είναι από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του Ισραήλ. Η προηγούμενη ταινία του "The Syrian Bride" κέρδισε 18 διακρίσεις σε διεθνή φεστιβάλ και προβλήθηκε σε αρκετές χώρες. Στο παρελθόν έχει ασχοληθεί με τηλεοπτικά προγράμματα και ντοκιμαντέρ.

Ο Εράν Ρικλίς για την ταινία:

"Για τους παρατηρητές η κατάσταση στη Μέση Ανατολή αλλάζει συνεχώς, αλλά αν το σκεφτεί κανείς λίγο καλύτερα, ίσως καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν είναι και τόσο αλήθεια. Ελπίδα, αισιοδοξία, απαισιοδοξία, σημαντικές ανακαλύψεις, νέοι ορίζοντες, μια νέα ημέρα, το μέλλον, το παρελθόν, όλες αυτές είναι λέξεις που κατά καιρούς έχουν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψουν την κατάσταση σε μια περιοχή που μάλλον τα έχει ζήσει όλα.

Tα δέντρα στην περιοχή στέκονται τριγύρω ως μάρτυρες των πράξεων των ανθρώπων. Αν και τα χαρακτηριστικά δέντρα της περιοχής είναι οι ελιές, αυτή η ιστορία είναι για μερικές λεμονιές που κάποιος τις θεωρεί "απειλή για την εθνική ασφάλεια", κατηγορία ασυνήθιστη να προσάπτεται σε δέντρα. "Η λεμονιά" είναι μια ιστορία για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη δύσκολη θέση να παλεύουν για ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν να έχουν λυθεί εύκολα, εάν και μόνο άκουγαν προσεκτικά ο ένας τον άλλον. Οι απλές προσδοκίες βέβαια είναι μεγάλο ζητούμενο για πολλά προβλήματα που διαιωνίζονται σε διάφορα μέρη του κόσμου. Στη Μέση Ανατολή με τη θερμή κατάσταση που επικρατεί εδώ και χρόνια, το φορτίο της ιστορίας, το αίμα που έχει χυθεί, τις θρησκευτικές και άλλες αιώνιες συγκρούσεις που έχουν διαμορφώσει τη σημερινή κατάσταση, τα πράγματα δεν είναι ευκολότερα...

"Η λεμονιά" είναι μια ταινία που επίσης έχει να κάνει πολύ με τη μοναξιά όπως απεικονίζεται στις ζωές των δύο γυναικών, της Σάλμα στην παλαιστινιακή πλευρά και της Μίρα στην ισραηλινή. Υποθέτω πως αυτό ήταν κάτι που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να γυρίσω την ταινία. Γενικότερα όλοι οι χαρακτήρες, εκτός από το ότι αντιπροσωπεύουν διάφορα θέματα, πάσχουν από ένα είδος μοναξιάς που είναι μέρος της ζωής τους, τόσο σε προσωπικό όσο και εθνικό επίπεδο."

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

13/10: Πώς να ξεφορτωθούμε τους Άλλους

Πώς να ξεφορτωθούμε τους άλλους - Hvordan vi slipper af med de andre (2007)
1h 35min

Είδος: Πολιτική σάτιρα    Χώρα παραγωγής: Δανία
Σκηνοθέτης   Anders Ronnow Klarlund
Σεναριογράφος Rasmus Botoft | Anders Ronnow Klarlund


Ηθοποιοί Soren Pilmark | Louise Mieritz | Soren Fauli | Lene Tiemroth | Lene Poulsen | Poul Glargaard | Marie Caroline Schjeldal | Niels Weyde | Kim Sonderholm

Στη Δανία του (πολύ κοντινού;) μέλλοντος, τα ασφαλιστικά ταμεία καταρρέουν. Μετά την επιβολή στρατιωτικού νόμου, η πολιτεία ψηφίζει ειδικό κανονισμό τον οποίο ονομάζει «New Copenhagen Criteria». Σύμφωνα με αυτόν, όσοι προσφέρουν στην κοινωνία λιγότερα από όσα καταναλώνουν, θα πρέπει να εκτελούνται... Ολα τα «παράσιτα», όλοι οι αργόσχολοι, όλοι οι αντιπαραγωγικοί, αλλά και οι μετανάστες, κυρίως οι μαύροι, θα πρέπει να φύγουν από τη μέση! Βέβαια, πρώτοι απ' όλους θα πρέπει να φύγουν οι κομμουνιστές και οι άλλοι πολιτικά ανυπάκουοι!

Ο στρατός ξεκινάει ένα εντυπωσιακό πογκρόμ συλλήψεων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Δανίας. Ο ταγματάρχης Κρίστιαν Άντερσον αναλαμβάνει ένα συγκεκριμένο «στρατόπεδο συγκέντρωσης». Για τις ανάγκες της ιδιότυπης αποστολής του, κλείνει υπόπτους στο προαύλιο ενός δημοτικού σχολείου, ωσάν να προσπαθεί να προσομοιάσει τις συνθήκες στο Γκουαντάναμο! Στο εσωτερικό του σχολείου λαμβάνουν χώρα οι ανακρίσεις. Ο Άντερσον προΐσταται αυτών, ενώ τον παρακολουθεί από κοντά ένα μέλος του Κοινοβουλίου, ο Φόλκε, για την ομαλή διεξαγωγή των πάντων.

"Το «Πώς να ξεφορτωθούμε τους άλλους», είναι πολιτική σάτιρα. Και σαν τέτοια μοιάζει υπερβολική. Ωστόσο, όλα τα «υπερβολικά» που συμβαίνουν στην οθόνη συμβαίνουν και στη ζωή. Μόνο που στη ζωή συμβαίνουν, για την ώρα, καμουφλαρισμένα! Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει πως είναι λιγότερο σκληρά και λιγότερο απάνθρωπα! Πως το σύστημα δεν είναι φασιστικό και δολοφονικό, όσο αυτό της ταινίας!

Οταν θα τελειώσει ο εξονυχιστικός έλεγχος κάποιους από τους κρατούμενους θα τους εκτελέσουν και κάποιους άλλους θα τους φορτώσουν στα καράβια και θα τους στείλουν στην Αφρική! Η νέα τάξη πραγμάτων θα επιβληθεί! Και θα είναι καθαρή. Οπως ήλπιζε ο Χίτλερ για τη δική του κοινωνία!"

Άντερς Ρόννοου Κλάρλουντ

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

6/10: Η Απεργία του Σ.Αϊζενστάϊν

η αφίσα της ταινίας
Η Απεργία (1925) του Sergei M. Eisenstein
(94’, δράμα, ασπρόμαυρο, βωβό)

Η ταινία «υποδύεται» ότι είναι ένα ιστορικό δράμα αποτελούμενο από έξι μέρη - μπομπίνες φιλμ με θέμα την αφύπνιση του εργατικού κινήματος στην Τσαρική Ρωσία και την οργάνωση των πρώτων απεργιών. Στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ποτ-πουρί ιστορικών στοιχείων από διάφορα γεγονότα της ταξικής πάλης στην προεπαναστατική τσαρική αυτοκρατορία, όπου η ιστορική ακρίβεια δεν έχει και τόση σημασία. Η ταξική πάλη παρουσιάζεται συμπυκνωμένη σε μια «ιδανική απεργία».

Ο Αϊζενστάιν χρησιμοποιεί σαν αφηγηματικό σκελετό το «μηχανισμό», το «πρότυπο εξέλιξης» μια απεργίας - στην πραγματικότητα το σενάριο του είναι υποτυπώδες. Ο ρητός και θεωρητικά τεκμηριωμένος στόχος του ήταν μέσα από ένα «μοντάζ των ατραξιόν» να κινητοποιήσει συναισθηματικά τους θεατές ώστε να ταυτιστούν με την υπόθεση του προλεταριάτου και να μισήσουν τον ταξικό εχθρό. 
 
Γι’ αυτό το σκοπό ρίχνει με ζήλο νεόφυτου όλα τα βέλη που έχει στη φαρέτρα του: εικονογράφηση και σύνθεση των πλάνων πήχτρα σε αναφορές στον κονστρουκτιβισμό, βιομηχανισμό, φουτουριστικό κυβισμό που κυριαρχούν στις πλαστικές και απεικονιστικές τέχνες, στη γραφιστική και τη θεατρική σκηνογραφία στην πρώιμη επαναστατική Ρωσία (με κυρίαρχο το μοτίβο του «τροχού» στην «Απεργία»), «λαϊκό θέαμα» με τεχνικές των ακροβατών και του τσίρκου, μελοδραματικές στιγμές παρμένες από τις σελίδες ενός Ντίκενς και τις εικόνες  ενός Γκρίφιθ και προπάντων όλα τα κινηματογραφικά τρικ του βωβού κινηματογράφου, γνωστά και άγνωστα, που δεν περιορίζονται στις διάφορους τύπους τους φρενήρους μοντάζ που διαπερνούν το φιλμ και κορυφώνονται στη φημισμένη σεκάνς του τέλους με την αντίστιξη ανάμεσα στις εικόνες της σφαγής των εργατών και τις λήψεις από πραγματική σφαγή ζώων. Στυλιζάρισμα και καρικατούρα συγκρούονται με σκηνές ωμού ρεαλισμού, το ντοκιμαντέρ εναλλάσσεται με τη θεατρικότητα και τη μυθοπλασία.

Η ταινία είναι παραφορτωμένη, ετερογενής, εκλεκτική, «ασυμμάζευτη» και ταυτόχρονα απίστευτα γοητευτική. Σφύζει από ζωή και δημιουργικότητα. Το κατοπινό έργο του Αϊζενστάιν μοιάζει σαν διαδικασία «κάθαρσης», «πειθάρχησης» και «διύλισης» των υλικών από τα οποία είναι φτιαγμένη η «Απεργία».
 
Ο Κιθ Ρίντερ στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου γράφει για την «Απεργία» του Αϊζενστάιν:

«Το φιλμ αφηγείται την ιστορία μιας απεργίας που καταπνίγηκε, μ’ ένα ποιοτικά διαφορετικό τρόπο απ’ ό, τι ο μέχρι τότε κινηματογράφος. Η παραδοσιακή αντίληψη του ατόμου-πρωταγωνιστή έχει αντικατασταθεί από τον ανθρώπινο τύπο: τα αφεντικά είναι καρικατούρες που καπνίζουν πούρα και οι προβοκάτορες απεργοσπάστες δείχνονται και βγαίνουν από βαρέλια μέσα από τη γη. Για τον Αϊζενστάιν σημασία δεν έχουν τα άτομα σαν άτομα αλλά οι κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπούν. Η ταινία χρησιμοποιεί με εντυπωσιακό τρόπο το μεταφορικό μοντάζ, ειδικά σε μια σεκάνς που αντιπαραθέτει διαδοχικές εικόνες από ένα σφαγείο όπου σφάζονται βόδια με εικόνες από το μακελειό ανάμεσα στους απεργούς και τους μπράβους της εργοδοσίας - ένα σημείο με μεγάλη δύναμη απο-προσωποίησης. Με αφορμή την Απεργία, o Αϊζενστάιν μίλησε για μοντάζ των σοκ, κάτι που προχώρησε παραπέρα αργότερα σαν την ουσία του κινηματογράφου-γροθιά, που έκφραζε την επιθετική δύναμη του κινηματογράφου.

Υπάρχει χιούμορ στην Απεργία: κάθε χαφιές που εμφανίζεται μεταμορφώνεται σε ζώο… Όσο κι αν πρόκειται για προπαγανδιστικό εύρημα, το χιούμορ στον Αϊζενστάιν βοηθάει στο να μη βιώνει κανείς την ταινία σαν ένα “μισο-ντοκιμαντέρ” που καταγράφει αληθινά γεγονότα. Το θέμα που μπαίνει τόσο μέσα από την αφηγηματική μέθοδο όσο και μέσα από το ίδιο το θέμα, δεν είναι “πώς ήταν τα δύο αντιμαχόμενα μέρη σ’ αυτή τη συγκεκριμένη απεργία” αλλά “πώς γίνεται μια απεργία”.»

Πολλά χρόνια αργότερα από τα γυρίσματα της «Απεργίας» στα χειρόγραφα των αναμνήσεων του ο Αϊζενστάιν θα περιέγραφε την πρώτη του ταινία με τους εξής χαρακτηρισμούς: 

«Απεργία: αδέξια… αιχμηρή… απροσδόκητη… αμετανόητη… ασυνήθιστα εγκυμονούσα με σχεδόν όλα εκείνα που επρόκειτο να αναδειχθούν στην ωριμότητά μου στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της δουλειάς μου».

Πράγματι, η «Απεργία» είναι ένα μίγμα δυναμισμού και ανωριμότητας, πληθωρικότητας και ελαττωματικότητας που φανερώνει ένα νέο σκηνοθέτη με δημιουργικό «πυρετό στο αίμα». Παρ’ όλες τις αδυναμίες της, αποκαλύπτει μια κινηματογραφική διάνοια χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του κινηματογράφου. Η φρεσκάδα και ο μοντερνισμός αυτής της ταινίας εκπλήσσει ακόμη κι αυτούς που είναι εξοικειωμένοι με τα κατοπινά γνωστότερα φιλμ της ίδιας πειραματικής περιόδου στην εξέλιξη του Αϊζενστάιν, πάνω απ’ όλα το «Θωρηκτό Ποτέμκιν». Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» τείνει πάντα να απογοητεύει στην πρώτη παρακολούθησή του λόγω του μύθου και των προσδοκιών που το συνοδεύουν. Έχει γίνει ένα από τα κατεξοχήν «μουσειακά» φιλμ, όπου η κινηματογραφική απόλαυση, η συμμετοχή του θεατή ή/και η συναισθηματική εμπλοκή του χρειάζονται «ξεναγό». Με την «Απεργία» δύσκολα συμβαίνει κάτι τέτοιο, ακόμη κι αν κάποιος, που έχει δει και τα δύο φιλμ, καταλαβαίνει αμέσως ότι το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» είναι πιο στιβαρό και συνεκτικό στην εφαρμογή των απόψεων και των μεθόδων του Αϊζενστάιν.


Το δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού έβαλε σε νάρθηκα τη δημιουργικότητα του μεγάλου σκηνοθέτη τη δεκαετία του 1930 που μετά το 1927 θεωρούνταν στη χώρα του και παγκοσμίως ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης του κινηματογράφου μέχρι τότε. Μόνο με τον πατριωτικό «Αλέξανδρο Νέφσκι» το 1938 κατάφερε να επιστρέψει στο προσκήνιο και αυτό πάλι για λίγο ένεκα του συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ που έκρυψε για διπλωματικούς λόγους από το στόχαστρο του σοβιετικού κινηματογράφου την απειλή της ναζιστικής Γερμανίας μέχρι και τη χιτλερική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.

Το πιο ειρωνικό πάντως σε σχέση με την «Απεργία» είναι ότι στην ίδια περίοδο κατά την οποία γυρίστηκε έμπαινε στο τελικό στάδιο η πλήρης ενσωμάτωση των συνδικάτων στο κρατικό μηχανισμό της Σοβιετικής Ένωσης, μέρος του οποίου ήταν η κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία. Σε λίγο καιρό θα ήταν αδύνατο όχι μόνο για τους εργάτες να απεργήσουν στη Σοβιετική Ένωση αλλά και στον ίδιο τον Αϊζενστάιν να γυρίσει μια ταινία σαν την «Απεργία»…

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Προβολές Οκτωβρίου: κάθε Πέμπτη στις 21.00


6/10 Η Απεργία, του Μ.Αϊζενστάιν (1925)

13/10 Πώς θα ξεφορτωθούμε τους άλλους, του A.R.Klarlund (2007)

20/10 Η Λεμονιά, του Eran Riklis (2008)

27/10 Zabriskie Point, του M.Antonioni (1970)