Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Πέμπτη 29/03: La Antena





Σκηνοθέτης: Esteban Sapir
Σεναριογράφος: Esteban Sapir
Πρωταγωνιστές: Alejandro Urdapilleta, Valeria Bertuccelli, Julieta Cardinali
Χώρα Παραγωγής: Αργεντινή 
Χρονολογία Παραγωγής: 2007





"Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια πόλη χωρίς φωνή. Κάποιος έκλεψε τις φωνές όλων των κατοίκων. Πολλά, πάρα πολλά χρόνια πέρασαν και κανείς δε φαινόταν να ενοχλείται από τη σιωπή."
              Με το La Antena, ο Esteban Sapir δίνει μορφή στη βωβή, φανταστική δυστοπία του, χρησιμοποιώντας όλα τα μονόχρωμα, εξπρεσιονιστικά στυλιζαρίσματα του βωβού κινηματογράφου- όχι ότι η "πολή χωρίς φωνή" είναι εντελώς σιωπηλή. Που και που ακούγεται μια ανθρώπινη φωνή, υπάρχει επιπλέον ο θόρυβος, η μουσική και ακόμα, σε στιγμές υποτιθέμενης σιωπής, ακούγεται καθαρά ο ήχος της μπομπίνας που γυρίζει.
             Και φυσικά, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω, υπάρχει και κείμενο. "Έχουν πάρει τις φωνές μας αλλά ακόμα έχουμε λέξεις", όπως το θέτει ένας χαρακτήρας- κι έτσι οι πολίτες είναι ακόμη ικανοί να επικοινωνούν με το διάβασμα των χειλιών, με σημειώσεις, αλληλογραφία ή ακόμα και με υπότιτλους (οι οποίοι στην ταινία έχουν μια φυσικότητα που τους καθιστά διαθέσιμους τόσο για τους χαρακτήρες όσο και για τους θεατές).
              Μια ψυθιριστή ατάκα μπορεί να μισοκαλυφθεί από ενα παλτό για να κρυφτεί από τα αδιάκριτα μάτια΄ ένας άντρας φυσά ένα δαχτυλίδι καπνού για να σχηματίσει το "ο" στο λόγο του΄ ένας άλλος χρησιμοπιεί ένα μεγάφωνο για να κάνει τους υπότιτλούς του να εμφανιστούν μεγαλύτεροι΄ οι λέξεις μπορούν θυμωμένα να σαρωθούν από την οθόνη΄ ο ήχος ένος πυροβόλου όπλου ξεσπά σε όλον τον ουρανό. Όλα αυτά αποδομούν ευφυώς τις συμβάσεις των υπότιτλων και μεσότιτλων- αλλά είναι επίσης και μια ωδή στην εφευρετικότητα με την οποία η ανθρωπότητα βρίσκει τελικά έναν τρόπο να επικοινωνήσει. Ακόμα και εν τη απουσία του προφορικού λόγου, ο γραπτός έχει σχηματίσει τη δική του συμπαγή μορφή, ως μέσο έκφρασης, επιτρέποντας να συνεχιστεί ένα είδος πολιτισμένης ζωής για έναν πληθυσμό που διαφορετικά θα είχε φιμωθεί.
              Ένας δεσποτικός βιομήχανος όμως, που ονομάζεται κ. TV, σχεδιάζει να κλέψει και τις λέξεις των ανθρώπων. Φαίνεται ότι οι μόνοι άνθρωποι που μπορούν να σταματήσουν τον κ. TV και να αποκαταστήσουν την για πολύ καιρό χαμένη φωνή της πολής είναι ένας επισκευαστής τηλεοράσεων, η διαλυμένη του οικογένεια και ο τυφλός γιος της Voice (μιας μυστηριώδους γυναίκας που έχει διατηρήσει την ικανότητά της να μιλάει), ο οποίος έχει κληρονομήσει τη δύναμη της ομιλίας.
              Αυθόρμητο, αλληγορικό και ποιητικό, το La Antena είναι ένα μεθυστικό και πυκνό κομμάτι του κινηματογράφου, το οποίο ρέπει προς το παράδοξο. Ακόμα και όταν δείχνει ένα βωβό τραγουδιστή νυχτερινού κέντρου, ο οποίος μπορεί μόνο να συγχρονίσει τα χείλη του σε ένα κολλημένο δίσκο, κάνει σαφείς παραπομπές σε προηγούμενες ταινίες (πχ στο "a trip to the moon", του George Melies, στο "Dr Mabuse", του Fritz Lang, στο "the gambler and metropolis", στο "eye without a face", του George Franju, στο "soylent green", του Richard Fleischer, στο "Brazil", του Terry Gilliam), υπονοώντας ότι ο κινηματογράφος μπορεί να είναι και ο ίδιος καταδικασμένος να τραγουδά πάντα τους ίδιους παλιούς ήχους.
             Mερικές φορές ο κινηματογράφος ξυπνά τις αισθήσεις, άλλες φορές ταράζει τα πιο βαθιά συναισθήματα και άλλες εξασκεί την ευφυϊα- αλλά το La Antena απευθύνεται και στα τρία ταυτόχρονα. Γιατί η ταινία του Sapir είναι οπτικά όμορφη, πνευματικά διεγερτική και πλήρως καυστική.




Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Πέμπτη 22/03: Even the Rain




Σκηνοθέτης: Iciar Bollain
Σεναριογράφος: Paul Laverty
Πρωταγωνιστές: Gael Garcia Bernal, Luis Tosar, Karra Elejalde
Χρονολογία Παραγωγής: 2010
Χώρα Παραγωγής: Ισπανία, Μεξικό, Γαλλία





            Η ωμή πολιτική ταινία της Iciar Bollain, even the rain, κάνει συγκρίσεις ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό της Ευρώπης πέντε αιώνες πριν και στη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση. Ειδικότερα, δίνει υψηλής αξίας στιγμιότυπα των φτωχών χωρών, σαν ένα μέρος της αποικιακής τους εκμετάλλευσης.
                 Το σκηνικό της ταινίας τοποθετείται μέσα και γύρω από την CochaBamba, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας, την οποία ο τσιγκούνης κινηματογραφικός παραγωγός που βλέπουμε στην ταινία (Luis Tosar) έχει επιλέξει σαν ένα φτηνό υποκατάστατο της Hispaniola, για μια ταινία που κάνει για τον Χριστόφορο Κολόμβο. Το έτος είναι το 2000 και ο Costa είναι απροετοίμαστος να αντιμετωπίσει- στην πραγματική ζωή- τη λαϊκή εξέγερση των Βολιβιανών, μετά την πώληση από την κυβέρνηση των δικαιωμάτων του νερού της χώρας σε μια ιδιωτική πολυεθνική κοινοπραξία.
                  Τα τοπικά πηγάδια από τα οποία οι ντόπιοι αντλούσαν το νερό τους για αιώνες, τώρα σφραγίζονται. Διαμαρτυρίες ξεσπούν όταν οι τιμές που χρεώνει η εταιρία για το νερό αποδεικνύονται δυσβάσταχτες για τον πληθυσμό. Ο τίτλος "even the rain" αναφέρεται στην ιδέα ότι ακόμα και η συλλογή βρόχινου νερού θα μπορούσε να είναι παράνομη.
                   Ακριβώς τη στιγμή που ο Costa και το κινηματογραφικό συνεργείο φτάνουν για να ξεκινήσουν να κάνουν μια υψηλού επιπέδου ταινία, όπου θα καταδεικνύεται η εκμετάλλευση και η καταπίεση των ιθαγενών πληθυσμών από τον Κολόμβο, οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Βολιβιανούς αγρότες και την κυβέρνση είναι έτοιμες να εκραγούν. Για τον Sebastian (Gael Garcia Bernal), τον ιδεαλιστή σκηνοθέτη, η ταινία που πρόκειται να γυρίσει είναι μια ευκαιρία να ανατρέψει το μύθο του Κολόμβου, σαν έναν ηρωικό εξερευνητή του Νέου Κόσμου, και να τον δείξει ως έναν αρπακτικό, άπληστο δράστη φρικαλεοτήτων και καταστροφέα της φύσης.
                 Οι δύο ιστορίες έχουν ομοιότητες. Κοινό σημείο (πρόσωπο κλειδί) ο κομπάρσος ιθαγενής που έχει τον ίδιο ρόλο και στις δύο: είναι ο καθοδηγητής της αντίστασης. Δηλαδή ο ρόλος που υποδύεται στην ταινία είναι παρόμοιος με τη σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζει. Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ των δύο ιστοριών, αναρωτιέσαι μήπως τελικά γυρνάμε 500 χρόνια πίσω; Τότε ήταν ο χρυσός, τώρα το νερό. Ο λαός επαναστατεί και στις δύο περιπτώσεις, όταν φτάσει στα όρια, εξαντλώντας τις αντοχές του. Οι κατάκτητές, τότε, στο όνομα του Χριστού και του Βασιλέως παραλληλίζονται με τις εταιρίες- ομίλους που ενεργούν με γνώμονα το κέρδος, ενώ συμπεριφέρονται απέναντι στο λαό με την ίδια τακτική, για τους ίδιους σκοπούς.
               Μια ταινία που σχολιάζει καυστικά το θέμα της υποδούλωσης από τη βιομηχανική εκμετάλλευση, δικαιολογώντας την επανάσταση του αυτονόητου. Χωρίς να γίνεται μελοδραματική και κουραστική, επισημαίνει τα ουσιώδη, ανεξαρτήτως διαφορών στο χρόνο και στον τόπο. 







Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Πέμπτη 15/03: Άρπα Κόλλα




Σκηνοθέτης: Νίκος Περάκης
Σεναριογράφος: Νίκος Περάκης
Πρωταγωνιστές: Μίμης Χρυσομάλλης, Νίκος Καλογερόπουλος, Δέσποινα Παγιάνου
Χρονολογία Παραγωγής: 1982
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα






             Έχοντας χάσει αρκετά χρήματα σε αποτυχημένες εμπορικά ταινίες, δύο νεαροί σκηνοθέτες αναγκάζονται να ασχοληθούν με τα διαφημιστικά. Πάντοτε, όμως, ελπίζουν να επιστρέψουν στον πραγματικό κινηματογράφο. Επισκέπτονται παραγωγούς ή προσπαθούν να πείσουν πλούσιους φίλους τους να επενδύσουν χρήματα στο ταλέντο τους. Παρότι αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα, οι δύο φίλοι έχουν διαφορετικές φιλοδοξίες: ο ένας είναι κομφορμιστής και ψηφίζει τους σοσιαλιστές (που βρίσκονται στην κυβέρνηση), ενώ ο άλλος είναι ριζοσπάστης και ψηφίζει τους κομμουνιστές. Ο πρώτος θέλει να κάνει συμβατικές ταινίες, ενώ ο δεύτερος ονειρεύεται πολιτικά στρατευμένες ταινίες...
           Μία κωμωδία της εποχής των 80's, κόντρα στο αριστερίστικο σινεμά του δημιουργού, που επικρατούσε τότε και φυσικά άκρως αυτοβιογραφική. Όλοι οι νέοι ηθοποιοί του κινηματογράφου της εποχής, η μουσική του Μαμαγκάκη, η φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη και, το κυριότερο, η ηθογραφία της Αθήνας, αποτυπωμένη γλαφυρότατα (μαζί με τα ανάλογα σκηνικά και κοστούμια) από την κάμερα του Νίκου Περάκη. Μια ταινία που κινείται στα ρηχά, με γούστο.


Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Πέμπτη 08/03: The Strawberry Statement




Σκηνοθέτης: Stuart Hagmann
Σεναριογράφος: Israel Horovitz, James Kunen (βιβλίο)
Πρωταγωνιστές: Bruce Davison, Kim Darby, Bud Cort
Χώρα Παραγωγής: USA
Χρονολογία Παραγωγής: 1970





        Τα '60s ήταν μια ταραχώδης περίοδος που έβγαλε μεγάλο μέρος της νεολαίας από την αθωώτητά του, οδηγώντας σε διαμαρτυρίες και συγκρούσεις. Ανεξίτηλες παραμένουν οι εικόνες αστυνομικών σκύλων να επιτίθενται σε μαύρους στο Βορρά και αστυνομικών να χτυπούν βίαια νέους λευκούς Αμερικάνους κατά τη διάρκεια του Δημοκρατικού Συνεδρίου, το 1968. Η δεκαετία που προανήγγειλε τους αγώνες για τα Πολιτικά Δικαιώματα, το κίνημα για την ελευθερία του λόγου και το αντιπολεμικό κίνημα, βρήκε πρόσφορα πεδία δράσης σε πανεπιστημιουπόλεις σε όλη την εθνική περιφέρεια. 
        Τη στιγμή που το κίνημα για την ελευθερία του λόγου γεννιόταν στην πανεπιστημιούπολη του Berkeley, εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη στιγμή του αντιπολεμικού κινήματος, τον Απρίλιο του 1968, στο πανεπιστήμιο Columbia, με μία φοιτητική εξέγερση με επικεφαλής τον ριζοσπαστικό Mark Rudd και το SDS (φοιτητές για μια δημοκρατική κοινωνία), που το FBI τους θεωρούσε ένα μάτσο παλαβών της αριστερής πτέρυγας των Σοσιαλιστών. Ήταν μόλις το Μάρτη του 1967 όταν ο Bob Feldman, ακτιβιστής φοιτητής και ιδρυτικό μέλος της Πρωτοβουλίας φοιτητών του Columbia για μια Δημοκρατική Κοινωνία, ανακάλυψε τη σύνδεση ενός μεγάλου αριθμού πανεπιστημιακών μελετών με τις εφαρμογές του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας της χώρας, που με τη σειρά τους ασφαλώς σχετίζονταν με την πρακτική του στρατού στην άλλη πλευρά της υδρογείου. Δεδομένης της ιστορικής συγκυρίας (ο πόλεμος στο Βιετνάμ είχε μπει στο σαλόνι κάθε αμερικάνικης οικογένειας) και δοσμένης μιας ειρωνικής σύμπτωσης (η πρώτη πορεία διαμαρτυρίας συνέπεσε σχεδόν με τη δολοφονία του Martin Luther King), η φοιτητική εξέγερση στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του '60, αποτέλεσε τον κύριο πυρήνα της έκφρασης της εναντίωσης στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική της εποχής. 
         Ο 19χρονος, τότε, δευτεροετής φοιτητής James Kunen κρατούσε ημερολόγιο αυτών των θυελλωδών γεγονότων, που το μετέτρεψε σε μία ευρείας πώλησης διήγηση της φοιτητικής εξέγερσης στο Columbia, που την ονόμασε The Strawberry Statement. Ο τίτλος προέκυψε από τις δηλώσεις του Herbert Deane, ενός εκ των μεγάλων ακαδημα'ι'κών κεφαλιών του Columbia, σχετικά με τις απόψεις των φοιτητών για τη γενικότερη πολιτκή του πανεπιστημίου: "Δε με ενδιαφέρουν περισσότερο από το αν τους αρέσουν ή όχι οι φράουλες", βροντοφώναξε σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο.
          
        Τα στούντιο MGM, με σκοπό να επωφεληθούν, ενώ το φοιτητικό επαναστατικό υποκείμενο είναι ακόμα ζεστό, χρηματοδότησε την ταινία, η οποία διατηρεί μια χαλαρή σύνδεση με το βιβλίο του Kunen.
        Ο φλαμανδικής καταγωγής Stuart Hagmann σκηνοθετεί αυτό το υλικό με τη ρευστότητα που του αρμόζει, δίνοντας προτεραιότητα στο στρατευμένο του θέματος και ξεχνόντας την καλλιτεχνική του αξία. Παίζει με το τεχνικόλορ, δουλεύει με ερασιτέχνες ηθοποιούς (ο ίδιος ο συγγραφέας κάνει ένα cameo, περνώντας μπροστά από την κάμερα, ως διευθυντής του πανεπιστημίου), παρεμβάλλει μουσικά ιντερλούδια, αφηγείται σα να μιλά για την πιο γνωστή και αυτονόητη κι όμως την πιο σοβαρή ιστορία του κόσμου. Μνημειώδης είναι η τελευταία σκηνή στο αμφιθέατρο, που απεικονίζει ένα μωσα'ι'κό από σώματα που πάλλονται στο ρυθμό του "give peace a chance".

"Πολλοί ρωτούν ποιοι είμαστε και μερικοί νομίζουν κι όλας πως το ξέρουν. Είμαστε λέει ένα μάτσο μυξιάρικα που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Είναι δύσκολο να πω τι ακριβώς είμαστε. Αλλά δεν έχουμε μύξες. Εκείνο που έχουμε είναι φόβος και ελπίδα. Ή μεταπτώσεις, καθώς λένε..."








 "Οι πατεράδες μας ζουν διαρκώς με την οργή που φέρνει σε ορισμένους ανθρώπους η θέα των μακριών μαλλιών. Εμείς πάλι ζούμε με την οργή που φέρνει σε ορισμένους άλλους η θέα ενός ανθρώπου που κορδώνεται πλάι σε μια αστραφτερή μερσεντές, από αυτές που μοίαζουν να περιμένουν από έναν σοφέρ με λιβρέα να σταθεί επάνω σε κάθε φτερό της. Όσο για τις οδυνηρές εντυπώσεις που προκαλούν τα μαλλιά μας, αισθανόμαστε υπέροχα. Μας αρέσει να βλέπουμε το ύφος που παίρνουν οι αστυφύλακες, την αγανάκτηση των ηλικιωμένων κυριών, την ανυσηχία στα πρόσωπα των εμπόρων. Θέλουμε να μας βλέπουν όλοι και να λένε: ΄να, οι εχθροί του κατεστημένου΄."