Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Πέμπτη 26/04: Fahrenheit 451




Σκηνοθεσία: Francois Truffaut
Σενάριο: Francois Truffaut, Jean- Louis Richard, (βιβλίο) Ray Bradbury
Πρωταγωνιστές: Oscar Werner, Julie Christie, Cyril Cusack
Χώρα Παραγωγής: Αγγλία
Χρονολογία Παραγωγής: 1966




               Η επίσημη κριτική επέδειξε ιδιαίτερη αρέσκεια στο να διαβάσει το Fahrenheit 451 ως μια ταινία για το μέλλον. Σαφώς είναι μια ταινία που προμηνύει μια ύστερη τάξη πραγμάτων. Όμως, ο Francois Truffaut χρησιμοποιεί το μελλοντικό σκηνικό κυρίως για να ολοκληρώσει το βαθύ στοχασμό του πάνω στο φασισμό, ανεμπόδιστα από τις δεσμευτικές επιταγές του (τότε) σήμερα.
                   Το Fahrenheit 451 θίγει εξόφθαλμα τον τρόπο δράσης των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Το πυρ των βιβλίων, οι στολές, οι τυποποιημένοι χαιρετισμοί, καθώς και διάφορα άλλα σύμβολα, αποτελούν άμεσες φασιστικές παραπομπές, καθρεφτίζοντας έναν χώρο φασιστικής κυριαρχίας, με την εξουσία να επίθυμεί την απαρέγκλιτη ευθυγράμμιση- ρύθμιση των ανθρώπων σύμφωνα με τις φασιστικές προδιαγραφές. Πρόκειται ουσιαστικά για την εξάλειψη του ανθρώπινου και την παραγωγή πανομοιότυπων ανδροειδών΄ ανδροειδών που συγγενεύουν με άψυχα αντικείμενα που, όπως χαρακτηριστικά δείχνεται, έχουν απολέσει την ικανότητα επικοινωνίας. Εργαλεία αυτής της διαδικασίας είναι η αυστηρή επιβολή του νόμου και κυρίως η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος εθελούσιας συμμόρφωσης.
                    Ζω σημαίνει τραυματίζομαι. Γδέρνω τη γυμνή επιφάνειά μου, εσωτερική και εξωτερική, στις εγκοπές του χρόνου. Και μέσα από τις πληγές μου αποκτώ όνομα. Λυτρώνομαι μέσα από το θάνατο της στιγμής, δηλαδή τον δικό μου επαναλαμβανόμενο θάνατο. Και έτσι συνεχίζω. Η φασιστική επιβολή σημαίνει ακριβώς το αντίθετο΄ το αυστηρά καθορισμένο μόρφωμα του ανθρώπινου, δίχως τη δυνατότητα σκέψης και κυρίως δίχως τη δυνατότητα συναισθημάτων (όπως χαρακτηριστικά βλέπουμε στη σκηνή της απαγγελίας). Κι αυτή η έλλειψη πνευματικότητας ταυτίζεται με το αντίθετο της ζωής. Τη μη- ζωή, χωρίς αυτό να σημαίνει θάνατο. Αντιθέτως, σημαίνει ανώδυνος χρόνος. Δηλαδή λήθη. Σημαίνει την ευτυχία του "μη- τραυματισμού". Και μέσα σ' αυτό το χωροχρονικό σύμπαν αδράνειας και υποταγής, το ανθρώπινο- ή καλύτερα το ανθρωπόμορφο- αποτελεί το ευκολοκυβέρνητο πλοίο των ολοκληρωτικών καθεστώτων. 
                     Οι μέθοδοι υπνωτισμού, πέρα από την επιβολή του "επινοημένου" νόμου, ακούνε στο όνομα των εξαρτήσεων. Εξαρτήσεις άμεσες ή έμμεσες. Τα χάπια, ως άμεσες εξαρτήσεις, αποτελούν τυποποιημένο και καθημερινό καταναλωτικό προϊόν. "Of course!" απαντάει ο πρωταγωνιστής Montag όταν ερωτάται αν η γυναίκα του παίρνει χάπια. Ενώ στις έμμεσες εξαρτήσεις παρατηρούμε τη σύνδεση του ανθρώπου με ποικίλες δραστηριότητες αντιπερισπασμού. Σε μια εναρκτήρια σκηνή o- εν συνεχεία επαναστάτης- Montag ακούει τον ένθερμο λόγο του διοικητή του για τον αθλητισμό ως ένα μέσο απασχόλησης- και συνεπώς υπνωτισμού- των μαζών. Ενώ σε ανύποπτο χρόνο παρακολουθούμε στη σκιά της δράσης, στο βάθος του κάδρου δηλαδή, σκυφτά ανθρωπάκια να επιδίδονται αποχαυνωτικά σε αδρανοποιητικές δραστηριότητες, όπως το ρίξιμο ζαριών, κλπ. Σ' αυτή τη διαδικασία αποχαύνωσης εξέχουσα θέση κατέχει η τηλεόραση. Αν θέλαμε πάντος να κοιτάξουμε με ένα εκσυγχρονισμένο μάτι όλα τα παραπάνω, δε θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε τη νέα τάση της αυτοαπασχόλησης, ως ακραίο αδρανοποιητικό φαινόμενο που επιβάλλεται και συντηρείται από τη σημερινή, φαινομενικά δημοκρατική τάξη πραγμάτων. Και θα ήταν αφέλεια να μην αναγνωρίσουμε το παραπάνω φαινόμενο ως ένα τεράστιο επίτευγμα για τα "δημοκρατικά καθεστώτα", καθώς επιβάλλουν με αυτορυθμιστική αυταρέσκεια τους νόμους της αδράνειας ενός ατόμου. 
                     Σ' αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούμε στη φόρμα του Francois Truffaut. Ο Γάλλος σκηνοθέτης χρησιμοποιεί μια υπνωτιστική κινηματογραφική γλώσσα. Με σύμβολα όπως υπνωτιστικούς στροβίλους, τη συστηματική επανάληψη του 451 του τίτλου, καθώς και άλλα ελαφρώς εξπρεσιονιστικά στοιχεία. Σκηνοθετικά μια ιδιαίτερα προσεγμένη επιλογή είναι αυτή των άναρχων zoom in και zoom out, καθώς και η παρομοίως άναρχη εναλλαγή "ταχυτήτων" στην αφήγηση. Σε όλα τα παραπάνω δε θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε και τη μοναδική επιλογή των χρωμάτων στη φωτογραφία. Θερμά χρώματα, κυρίως κόκκινα και μωβ, βάφουν τη γοητευτική επιφάνεια του φιλμ, συνθέτοντας ένα ψυχεδελικό όνειρο αυθυποβολής.
                    Ο Francois Truffaut είναι καλλιτέχνης και ως τέτοιος πιστεύει στις διαμορφωτικές ιδιότητες της Τέχνης. Υπό αυτή την σκοπιά η Τέχνη αποτελεί έναν ασπονδο εχθρό των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Και αν ανατρέξουμε στην ιστορία, η παραπάνω πρόταση επαληθεύεται ανατριχιαστικά, καθώς κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας ολοκληρωτικών καθεστώτων υπήρξε αυστηρή λογοκρισία και αδιάκοπη σφυρηλάτηση της Τέχνης, λόγω του φόβου των εξωτερικών και ανεπιθύμητων διαμορφωτικών ερεθισμέτων που εδύνατο να προσφέρει. 
                 Η Τέχνη, σε αντίθεση με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα που διαλαλούν την κατοχή μιας απόλυτης αλήθειας, δε διαμορφώνει σύμφωνα με συγκεκριμένες προδιαγραφές. Η Τέχνη δε δημιουργεί προορισμούς. Θέτει μόνο τα ερωτήματα που εκκινούν το ταξίδι. Ο προορισματικός τόπος της Τέχνης είναι ένας διαρκώς επαναπροσδιορίσιμος "έστω τόπος", που προκύπτει ως το γινόμενο των εξωτερικών παρατηρήσεων και των μύχιων ενδοσκοπήσεων αυτών που την αφουγκράζονται. Ας δούμε όμως πως αντανακλώνται αυτές οι διαμορφωτικές ιδιότητες στην ταινία. Αρκεί να παρατηρήσουμε τον Montag, ο οποίος από τη στιγμή που διαβάζει το πρώτο του βιβλίο, μεταμορφώνεται εξελικτικά από ένα στεγνό εκτελεστικό όργανο σε έναν επαναστάτη που πασχίζει να ρίξει το σύστημα που υπηρετεί εκ των έσω. 
                 Άλλο ένα ζήτημα που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η παρουσίαση του τρόπου αντιμετώπισης της Τέχνης από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο Γάλλος σκηνοθέτης αναπαριστά με γλαφυρότητα τη νέα κατάσταση που παγιώνεται στην τέχνη της εικόνας, η οποία προκύπτει από την αντικατάσταση του κινηματογράφου με την οικιακή τηλεόραση. Μια οικιακή τηλεόραση που κυριαρχεί μονοπωλιακά και χρησιμοποιείται εργαλειακά για την επιβολή της reality σκουπιδολογίας. Ενώ στο έτερο πεδίο έκφρασης, το λόγο, η έννομη και ανελέητη καύση των βιβλίων υπογραμμίζει μια πράξη κραυγαλέας χυδαιότητας και εξόντωσης της Τέχνης.
                Το Fahrenheit 451 αποτελεί ένα παγκόσμιο αριστούργημα, στο οποίο ο Francois Truffaut έχει καταφέρει να συνταιριάξει τόσα στοιχεία από τη nouvelle vague, όσο και από το κλασσικό hollywood. Κάπως έτσι οδηγούμαστε σε ένα πομπώδες και αριστοτεχνικό φινάλε, όπου ο σκηνοθέτης αποσπά το περιεχόμενο της Τέχνης από το χαρτί και το μεταθέτει στο εσωτερικό του ατόμου, εκεί όπου δύναται να λάβει πραγματική υπόσταση. Γιατί τί άλλο είναι ένα βιβλίο εκτός από έναν τάφο; Ή, καλύτερα, εκτός από ένα βαλσαμωμένο θηρίο, που περιμένει στωικά τη δική σου αναστάσιμη ματιά για να ξαναγεννηθεί;  








Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Πέμπτη 19/04: Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας





Σκηνοθεσία: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Σενάριο: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Albert Cossery (μυθιστόρημα, "Les faineants de la vallee)
Πρωταγωνιστές: Όλγα Καρλάτου, Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Πουλικάκος
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Χρονολογία Παραγωγής: 1978




               Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΔΡΑΝΕΙΑΣ: καλοκαίρι, ώρα 11 το πρωί. Μόλις έχετε ανοίξει τα μάτια σας. Χουζουρεύετε για λίγο ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, πρωτού επισκεφτείτε με αργά βήματα το μπάνιο. Φτιάχνετε καφέ, ανοίγετε την τηλεόραση και απλώνεστε στην ξαπλώστρα του μπαλκονιού, ανοίγοντας την εφημερίδα της προηγούμενης μέρας που βρήκατε στο τραπέζι της κουζίνας. Η φωνή της τηλεπαρουσιάστριας, που μόλις ακούγεται από το σαλόνι σας, εύχεται καλημέρα. Σχηματοποιείστε στο μυαλό σας αυτή την τυπική καθημερινή σκηνή. Αναρωτηθείτε: τι καταλάβατε που ανοίξατε την τηλεόραση; Αφού μόλις που ακούγεται. Διαγράψτε την. Μαζί με την τηλεπαρουσιάστρια. Απόλυτη σιγή. Σβήστε από το σκηνικό και την εφημερίδα. Άλλωστε δε γράφουν ποτέ και κάτι που να σας ενδιαφέρει. Χρειάζεστε τον καφέ; Τζάμπα κόπος για κάποιον που μόλις έχει ξυπνήσει. Από την άλλη, γιατί να πάτε μέχρι το μπαλκόνι; Πιο αναπαυτική είναι η ξαπλώστρα από το κρεβάτι σας; Και, αφού έχετε σκοπό να μείνετε ξαπλωμένοι, ποιός ο λόγος να ρίξετε νερό στο πρόσωπό σας; Πάμε λοιπόν το σκηνικό από την αρχή: καλοκαίρι, ώρα 11 το πρωί. Μόλις έχετε ανοίξει τα μάτια σας. Χουζουρεύετε για λίγο ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Τέλος.
                    Η εικόνα που μένει είναι αρκετή για να περιγράψει την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Ο ύμνος των απανταχού τεμπέληδων είναι μια σύνθεση από ξαπλωμένα, αδρανή κορμιά, που δεν έχουν ούτε τη θέληση, ούτε τη διάθεση, ούτε τη δύναμη να μιλήσουν. Να κινηθούν. Να σηκωθούν. Όχι απαραιτήτως για να κάνουν κάτι εποικοδομητικό. Απλώς για να κάνουν κάτι. Η απόλυτη αποσύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης ως κοινωνικό, δημιουργικό ον. Σε όλους είναι εύκολη η αποστροφή απένταντι σε ένα εικοσιτετράωρο σκληρής χειρωνακτικής εργασίας. Μέσα από τους τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας όμως συνειδητοποιήσαμε ότι το αντίθετο άκρο είναι ακόμη πιο αποκρουστικό...
                   Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΜΟΧΘΟΥ. 
Ένας πατέρας και οι τρεις γιοι του αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την πόλη για μια εξοχική έπαυλη που μόλις κληρονόμησαν. Εκεί τους περιμένει η οικιακή βοηθός, μια δραστήρια και ιδιαιτέρως εμφανίσημη νεαρή κοπέλα με έντονη αποστροφή απέναντι στις κοινωνικές διακρίσεις. Οι τέσσερις άντρες εγκαθίστανται στη νέα τους κατοικία και δε θα αργήσουν να γίνουν εμφανή τα πρώτα σημάδια βύθισής τους στην απόλυτη οκνηρία. Οι περίπατοι στην εξοχή, η συγκέντρωση στο μεσημεριανό τραπέζι και το τραγούδι με τον καιρό καταργούνται, ως ανούσιες παρεκκλίσεις από τον ύπνο τους. Ένας γιος αποφασίζει να χωρίσει την κοπέλα του για να αφοσιωθεί στις μη- ενασχολήσεις του, ενώ η αδράνεια θα υπερνικήσει και τη θέληση του νεότερου εξ αυτών για σπουδές. Ο ίδιος μάλιστα θα κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διατηρηθεί ξύπνιος...
                 ΩΔΗ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗΣ
Η κάμερα περιφέρεται στις αίθουσες του αχανούς οικήματος με νωχελικούς ρυθμούς, ταυτιζόμενη με την υπνωτισμένη κατάσταση των προσώπων που αποτυπώνει. Στο θεατή, όμως, δε δίνεται η ευκαιρία της χαλάρωσης. Τα διαρκή travelling στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της έπαυλης, συνδυασμένα με τη διαρκή, ενοχλητική αδράνεια επί της οθόνης, συνθέτουν μια πρωτόγνωρη αίσθηση έντασης, ακόμη και φόβου. Επηρεασμένος θεματικά από την Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας, του Bunuel, ο Παναγιωτόπουλος καθρεφτίζει στους πρωταγωνιστές του την παρακμή της αστικής τάξης, καθώς και την κοινωνική αδράνειά της. Σατιρίζοντας ταυτόχρονα τις κοινωνικές και πολιτικές δομές της Ελλάδας των τελών της δεκαετίας του '70, κατορθώνει να δομήσει ένα από τα πιο καλοχαραγμένα αλληγορικά αποτυπώματα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου.





                  
                    

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Πέμπτη 12/04: Death and the Maiden





Σκηνοθεσία: Roman Polanski
Σενάριο: Rafael Yglesias, Ariel Dorfman (θεατρικό)
Πρωταγωνιστές: Sigourney Weaver, Ben Kingsley, Stuart Wilson
Χώρα Παραγωγής: Αγγλία, HΠΑ, Γαλλία
Χρονολογία Παραγωγής: 1994





               Η ταινία ανοίγει με ένα κονσέρτο για έγχορδα. Έπειτα η οθόνη σκοτεινιάζει και μεταφερόμαστε στη μέση του πουθενά, σε μια αδιευκρίνιστη χώρα, που μόλις έχει συνέλθει από ένα ιδιαίτερα σκληρό στρατιωτικό καθεστώς. Είναι νύχτα, βρέχει, φυσάει και μια γυναίκα στέκεται στη βεράντα ενός ερημικού σπιτιού, σ' αυτή τη μέση του πουθενά. Το ανήσυχο βλέμμα της σκανάρει το σκοτάδι και το ραδιόφωνο μιλάει για μια νεοσυσταθείσα επιτροπή με αποστολή να εντοπίσει και να εκδικάσει υποθέσεις παρανομιών κατά τη διάρκεια της χούντας. Ο άντρας της γυναίκας, που έχει τεθεί επικεφαλής, φτάνει στο σπίτι λίγο αφού η γυναίκα έχει ενημερωθεί από το ραδιόφωνο και του έχει ετοιμάσει μια ιδιαίτερα ψυχρή υποδοχή. Είναι κάθετα αντίθετη με την επιτροπή, αφού τη βλέπει καταδικασμένη σε κακοδικίες, που θα οδηγήσουν νομοτελειακά σε αθωώσεις φονιάδων και βασανιστών, φοβάται ότι οι άνθρωποι που την είχαν δεμένη και έκαναν τρομερά πράγματα στο κορμί της θα κυκλοφορούν ελέυθεροι και, κατά κάποιον αρρωστημένο τρόπο, σχεδόν δικαιωμένοι. Τσακώνονται΄ της λέει πως όλα θα πάνε καλά΄ τα ξαναβρίσκουν.
                   Κι εδώ σχεδόν τελειώνει το οικογενειακό δράμα και τερματίζονται οι υπόνοιες πολιτικής ταινίας, για να δώσουν τη θέση τους σε κάτι ακόμα πιο ηλεκτρισμένο: ένα σφιχτό θρίλερ δωματίου με Roman Polanski σε φόρμα, τρεις ηθοποιούς σε ρεσιτάλ και εξαιρετικά δομημένο σενάριο, ανά πάσα στιγμή ελέυθερο και ικανό να ακολουθήσει όποιο δρόμο θέλει και να βάλει στο χορό και τα τρία παραπάνω genre. Γιατί εκεί που ο Gerardo (Stuart Wilson) τα έχει βρει με την Paulina (Sigourney Weaver) εμφανίζεται ο άνθρωπος που έφερε τον Gerardo σπίτι, όταν τον βρήκε στο δρόμο να προσπαθεί να αλλάξει ένα σκασμένο λάστιχο, στη φωνή του οποίου η Paulina αναγνωρίζει το χειρότερο εφιάλτη της...
                    Καθώς η ένταση αυξάνεται ατάκα με την ατάκα, αποκάλυψη με την αποκάλυψη, πλάνο με το πλάνο, ο Ariel Dorfman, που αρχικά έγραψε το σενάριο ως θεατρικό, ανοίγει ένα σακούλι με άσχημες και ενοχλητικές ερωτήσεις για την υποκειμενικότητα της αλήθειας, την επιρροή της περιβάλλουσας παραφροσύνης στην ανθρώπινη συμπεριφορά, τη φύση της ενοχής και της μετάνοιας, το πώς το θύμα μετατρέπεται σε κάτι σκληρότερο από τον θύτη του, όταν η εξουσία αλλάξει χέρια και, τελικά, την ικανότητα ενός ανθρώπου να ανακάμψει όταν έχει δει το πραγματικό πρόσωπο της απανθρωπιάς... ή την ανικανότητά του. Το πιο δυνατό, όμως, στοιχείο της ταινίας δεν είναι οι ερωτήσεις που θέτει, αλλά το πώς οι απαντήσεις που δίνει, όταν έρθει η ώρα, μετατρέπονται σε ακόμη πιο βασανιστικά ερωτηματικά.
                    Πρόκειται για ένα θρίλερ με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Σκοπός του δεν είναι ούτε ο διδακτισμός, ούτε το αδιάκοπο κυνηγι κρυμμένων συμβολισμών. Ο Polanski ήθελε να κάνει ακόμα ένα θρίλερ χαρακτήρων και ως τέτοιο δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί επιτυχημένο.






Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Πέμπτη 05/04: Notre Jour Viendra




Σκηνοθεσία: Romain Gavras
Σενάριο: Romain Gavras, Karim Boukercha
Πρωταγωνιστές: Vincent Cassel, Olivier Barthelemy, Justine Lerooy
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία
Χρονολογία Παραγωγής: 2010






              Το πνεύμα του La Haine πλανάται πάνω από όλη την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Romain Gavras, γιου του Κώστα Γαβρά. Η σύνδεση δεν επιχειρείται μόνο επειδή ο Cassel ήταν πρωταγωνιστής και στις δύο ταινίες, αλλά επειδή επιπλέον ο Kassovitz (σκηνοθέτης του La Haine), ο Cassel και ο Gavras είναι ιδρυτές μιας καλλιτεχνικής ομάδας, της Kourtrajme, μέσα στην οποία μοιράζονται ιδέες και δουλεύουν μαζί αρκετά χρόνια τώρα.
                    Η ταινία, φτιαγμένη ως ένα είδος αστικού εφιάλτη, παρουσιάζει έναν καθόλου δημοφιλή έφηβο, τον Remy, και έναν απογοητευμένο κοινωνικό σύμβουλο, τον Patrick, οι οποίοι επιδίδονται μαζί σε ένα ξεφάντωμα που αρχίζει με πράξεις απειθαρχίας και εξέγερσης απένταντι σε ό,τι αντιπαθούν... ο λόγος είναι επειδή, ως θύματα κοινωνικών διακρίσεων, διεκδικούν τα δικαιώματά τους.
                   Αναπόφευκτα, όλο αυτό αποκτά μια κλιμακούμενη ένταση, οδηγώντας ακόμα και σε φόνους. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού ο έφηβος σπασίκλας γίνεται βίαιος, ενώ ο επιμελητής του μετατρέπεται από σύμβουλος σε προβοκάτορας, υποκινώντας επιθετικές και βίαιες αντιπαραθέσεις, οι οποίες αργά ή γρήγορα δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν στο χάος.
                   Αν το La Haine ήταν στενά συνδεδεμένο, εκείνη την εποχή, με τις φυλετικές αντιπαραθέσεις στις γαλλικές φτωχογειτονιές, ο Gavras πηγαίνει το θέμα ένα βήμα μακρύτερα, μεταφέροντας το σε μια σχεδόν αφηρημένη σφαίρα. Ο Remy νιώθει θύμα εκφοβισμού, μίσους, περιφρόνησης και κακοποίησης επειδή είναι κοκκινομάλλης, αν και το χρώμα των μαλλιών του δεν δικαιώνει στ' αλήθεια αυτό τον ισχυρισμό. Και επειδή νιώθει ότι ανήκει σε μια μειονότητα, αυτή των κοκκινομάλληδων, "χωρίς πατρίδα, χωρίς γλώσσα, χωρίς στρατό", ονειρεύεται να πάει στην Ιρλανδία, τη χώρα όπου όλοι είναι κοκκινομάλληδες. Και μέχρι να φτάσει εκεί, κάτω από τη στενή, πιεστική επίβλεψη του Patrick, ο οποίος επίσης είναι μόλις και μετα βίας κοκκκινομάλλης, δίνει διέξοδο στις ματαιώσεις του, ενώ παλεύει να ανακαλύψει τη σεξουαλικότητά του, την ταυτότητά του και τη σχέση του με τον σύμβουλό του.
                    Ο Gavras προσπαθεί προφανώς να τονίσει το γεγονός ότι όλοι έχουν ένα έτοιμο τσεκούρι για τρόχισμα, είτε είναι μαύροι, είτε εβραίοι, μουσουλμάνοι, ασιάτες, ομοφυλόφιλοι ή κοκκινομάλληδες. Και αν είναι δυστυχισμένοι με την ύπαρξή τους θα σηκώσουν το τσεκούρι εναντίον όλων αδιακρίτως. Ο μονότονος κόσμος που περιβάλλει τους χαρακτήρες, η εφηβική απογοήτευση, από τη μία, και η ενήλικη καταπιεστική πλήξη, από την άλλη, αποτελούν τη σκανδάλη πίσω από όλα. Η θεαματικά αποτελεσματική κάμερα του Andre Chemetoff ζωγραφίζει ένα καταθλιπτικό γραφικό σκηνικό, γυρισμένο όλο στην περιοχή της Dunkirk, ενώ το soundtrack, φτιαγμένο όλο γύρω από τα πρελούδια για πιάνο του Rachmaninoff, κάνει ιδιαίτερη χρήση των δυσοίωνων εναρκτήριων συγχορδιών του The Bells. 



Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Απρίλιος